Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

ΕΙΜΑΙ ΑΦΕΝΤΙΚΟ


Εχω σκύλο 
είμαι αφεντικό 
με διδάσκει 
να σκύβω το κεφάλι 
στις φωνές να κρύβομαι 
να κάνω πίσω 
να κάθομαι "καλά" 
είμαι το αφεντικό 
γαβ

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟ ΘΕΛΩ


  • Δέν θέλω άντρακλα σκληρό, παλικαρά,αδάκρυτο 
  • θέλω άνθρωπο ευαίσθητο, που να δακρύζει στ άδικο. 
  •  Να δακρύζει στον ξένο πόνο 
  •  Να κλαίει στην αγάπη. 
  •  Σε αυτόν θα αφήσω το παιδί και το τουφέκι. 
  •  Και Θα του πώ, 
  • "άμα πάθω, μαθε το
  • μάθε το να πονά, 
  • μαθε το να λυπάται, 
  • μαθε το να δακρύζει. 
  • μάθε το και να αγαπά. 
  • Δεν θέλω να το κάνεις παλικαρά, σκληρό, και αδάκρυτο. 
  • Γιατί αυτοί κάναν τον κόσμο άδικο ! 
  • Κι όταν θα μάθει να φοβάται 
  • Κι οταν θα μαθει και να λυπάται 
  • Δώσε του τοτε το ντουφέκι 
  • Τον κόσμο για να φτιάξει . .......

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΓΝΩΜΙΚΟΝ


Η περιπέτεια ξεκιναει όταν κάτι πάει στραβά

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟΨΗ


Ο ευφυής ξέρει οτι κάνει λάθη, 
ο εγωιστής πιστεύει οτι δεν κάνει λάθη. 
 Αρα Ο εγωιστής δεν μπορεί να είναι ευφυής.

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

  • Η ελπίδα είναι πουλί και η αποτυχία φίδι και αναλόγως που κοιτάς αυτό θα βλέπεις ,
  • Μια καλή δικαιολογία για να μην έχεις σκυφτό το κεφάλι και να κοιτάς ψυλά, είναι για να μπορείς να δεις την ευκαιρία απο μακριά

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

ΠΕΡΊ ΜΗΧΑΝΌΒΙΩΝ

"επρεπε μα το ειχα βαλει απο καιρο, αλλα ποτε δεν ειναι αργα" Συζήτηση από το περιοδικό “το Τέταρτο”, του Μάνου Χατζηδάκι, τον Φεβρούαριο του 1986. ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ: “ΠΕΡΙ ΜΗΧΑΝΟΒΙΩΝ” Περιοδικό “Το Τέταρτο” – Φεβρουάριος 1986 Στη συζήτηση συμμετείχαν ο Δημήτρης Παπανδρέου, για πολλά χρόνια πρωταθλητής Ελλάδας στη μοτοσικλέτα και με συμμετοχές σε διεθνείς αγώνες, εκδότης του περιοδικού Μότορ Σπορτ, ο Διονύσης Χοϊδάς, δημοσιογράφος, ειδικός σε θέματα μοτοσικλέτας, η Μάγδα Τορναζάκη, τεχνικός ηλεκτρολόγος μηχανικός και ο Αχιλλέας Φακατσέλης, δημοσιογράφος. Από το Τέταρτο συμμετείχαν ο Μάνος Χατζηδάκις, ο Γιώργος Κοροπούλης και ο Γιώργος Μπράμος. ΜΧ: Μηχανόβιους λέμε αυτούς που κάνουν σούζες, αυτούς που τρέχουν, αυτούς που κλέβουν τσάντες κλπ. Αλλά μηχανόβιους λέμε κι αυτούς που απλώς ανεβαίνουν σε μια μηχανή, σε μια μοτοσικλέτα, και πάνε στη δουλειά τους. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει κάποιος διαχωρισμός: τι σημαίνει εντέλει η λέξη μηχανόβιος, είναι υβριστική ή απλώς χαρακτηρίζει; ΜΤ: Εγώ δεν συμφωνώ καθόλου με τη χρήση της λέξης μηχανόβιος. ΜΧ: Ναι, κι εγώ, γιατί η λέξη σημαίνει πως ο βίος του περί ου (ή της περί ης) ο λόγος είναι η μηχανή. ΔΧ: Εγώ συμφωνώ με αυτόν τον όρο. Αν εκφράζει έναν τρόπο ζωής στη σχέση του με τη μοτοσικλέτα, γιατί όχι; Θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος να κλέψει μια τσάντα χρησιμοποιώντας μηχανή, αλλά να μην είναι μηχανόβιος, απλώς μηχανοχρήστης, που το συγκεκριμένο εργαλείο -η μηχανή- τον βολεύει, τον διευκολύνει ν’ ασκεί σωστά το επάγγελμά του: να κλέβει τις τσάντες γρήγορα. ΜΤ: Το θέμα είναι αν η μοτοσικλέτα μπορεί να καθορίζει έναν τρόπο ζωής. Εκεί διαφωνώ: η μοτοσικλέτα μπορεί να συμπληρώνει τη ζωή, αλλά δεν την καθορίζει. ΜΧ: Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός μηχανόβιος μας αναγκάζει ακριβώς ν’ αντιμετωπίσουμε αυτήν την περίπτωση: ενός ανθρώπου που η μηχανή καθορίζει τη ζωή του. Ειδάλλως, από κει και πέρα, τη μηχανή απλώς τη χρησιμοποιούμε: για να κλέψουμε, για να πάμε στη δουλειά μας. ΜΤ: Ναι, αλλά αν υιοθετήσουμε αυτόν τον διαχωρισμό, αποκλείουμε αυτούς που αγαπάνε τη μηχανή. ΓΜ: Νομίζω πως η μοτοσικλέτα είναι πρώτα από όλα κάτι που αγαπιέται. Η εξυπηρέτηση έρχεται μετά, δεν είναι το πρωτεύον στοιχείο. Ας το ξεκαθαρίσουμε άλλωστε ευθύς εξαρχής: η μοτοσικλέτα δεν είναι ένα εργαλείο σαν το “σύνθετο”, αλλά δεν είναι επίσης αυτοκίνητο. ΑΦ: Εγώ συμφωνώ απόλυτα με τη λέξη μηχανόβιος. Πρώτα πρώτα είναι κάποιοι άνθρωποι που χρησιμοποιούν μηχανή. Κάπως πρέπει να τους ονομάσουμε, δεδομένου ότι συχνά αναφερόμαστε σ’ αυτούς -χωρίς αυτή η ονομασία να σημαίνει σώνει και καλά κάτι περισσότερο. Απλώς πρέπει να υπάρχει μια λέξη. ΜΧ: Ναι, αλλά το μηχανόβιος είναι πολύ ισχυρή λέξη. ΜΤ: Κι επιπλέον γιατί πρέπει να ταυτίζουμε τη “μηχανή” με τη μοτοσικλέτα; Υπάρχουν χιλίων ειδών μηχανές. ΑΦ: Είναι όμως διαφορετικός ένας όρος που προωθείται μέσα σε μια κοινωνία που τη χαρακτηρίζει το εμπόρευμα και το θέαμα. Θα πρέπει, σ’ αυτήν την περίπτωση, να τον συνδυάσουμε με τη μηχανή (ή τη μοτοσικλέτα) σαν κοινωνικό φαινόμενο, κοινωνική ανάγκη κι ίσως τρόπο ζωής. ΜΤ: Δεν έχει σχέση ο τρόπος που εσύ το αντιλαμβάνεσαι. Προς τα έξω, στο κοινό, δεν έχει δοθεί στη λέξη μηχανόβιος η ρομαντική ερμηνεία που εσύ θέλεις να δώσεις. ΑΦ: Το ίδιο συμβαίνει όμως και με άλλες κατηγορίες ανθρώπων. Με τη λέξη αναρχικός δεν συμβαίνει περίπου ό,τι συμβαίνει και με τη λέξη μηχανόβιος; ΔΧ: Όχι παιδιά. Το πρόβλημα είναι άλλο: ότι, αυτή τη στιγμή, η λέξη μηχανόβιος χρησιμοποιείται αρνητικά -για τη μοτοσικλέτα και τον μοτοσικλετιστή. Η ίδια αυτή λέξη είναι φοβερά ευφυής και ακριβής όσον αφορά αυτό που θέλει να δηλώσει. Αν απλώς κατέχεις ή χρησιμοποιείς μια μηχανή, είσαι “μηχανοκτήτης” ή “μηχανοχρήστης”, ας πούμε (αν και η λέξη δεν χρησιμοποιείται). Αν όμως βιώνεις τη μηχανή -και κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει να βιώνεις τη μηχανή- αν πιάνεις τους παλμούς της, είσαι “μηχανόβιος”. Κι όμως, σε λένε “μηχανόβιο” όταν θέλουν να σε βρίσουν. Αλλά, όπως και να σε λέγανε, το γεγονός και μόνο ότι καβαλάς μοτοσικλέτα το έχουν ήδη απορρίψει, άσχετα αν χρησιμοποιούν καλές ή κακές λέξεις. Κατά συνέπεια, η λέξη μηχανόβιος μου αρέσει αν και ακριβής στο βαθμό που με αφορά. Ούτως ή άλλως βέβαια, δεν πρόκειται να εκτιμήσω αυτούς που την “ανακάλυψαν”. ΓΜ: Εγώ νομίζω πως δεν έχει καμία σχέση το ποιος “ανακάλυψε” αυτήν τη λέξη. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λέξη βόλεψε -κακώς, κατά τη γνώμη μου- μια ολόκληρη “κοινωνική” κατακραυγή, την κατακραυγή δηλ. ορισμένης πλειοψηφίας απέναντι σ’ ένα φαινόμενο: την αγάπη για τη μοτοσικλέτα. Το κακό είναι ότι αυτή η λέξη, στην ουσία της, στην ετυμολογία της, δεν είναι κατάλληλη για όλη αυτή τη ρητορεία. Είναι η καλύτερη λέξη που θα μπορούσε να βρεθεί για να λοιδορήσουν τους “μηχανόβιους”. ΜΧ: Να κάνω μια συμπληρωματική αναφορά: πριν 15-20 χρόνια, ο Ζαμπέτας, θέλοντας να σατιρίσει την προσήλωση του Φάμπα στην κλασική κιθάρα, του είπε σε μια δεδομένη στιγμή, ενώ έπαιζαν μαζί: “Άντε ρε… ρεσιταλόβιε”. Το ρεσιτάλ είναι μια νόμιμη κατάσταση, διόλου κωμική. Αλλά ο τρόπος που αναφέρθηκε σ’ αυτήν ο Ζαμπέτας περιείχε τη σάτιρα: “Ζει με την έννοια του ρεσιτάλ, εκτός του ρεσιτάλ δεν ζει”. Κάτι αντίστοιχο πρέπει να βρούμε και στη λέξη “μηχανόβιος”. Αφαιρώντας της την κακή, την υβριστική έννοια που δίδουν πολλοί εξαιτίας των αντικοινωνικών στοιχείων. Αλλά από κει και πέρα υπάρχει σάτιρα, τουλάχιστον. Για μένα, που είμαι άσχετος και δεν μπορώ να οδηγήσω ούτε αυτοκίνητο ούτε ποδήλατο, η λέξη μηχανόβιος χαρακτηρίζει περισσότερο αυτούς που μ’ ενοχλούν με τη μηχανή παρά αυτούς που απλά τη χρησιμοποιούν. Η έννοια του μηχανόβιου περισσότερο συσχετίζεται μ αυτούς που ξαφνικά μπροστά μου κάνουν μια σούζα και περνάνε με κίτρινα και με πιάνει τρόμος ότι μπορούσα να ήμουν στο μέσον του δρόμου και ποιος τον σταμάταγε – ή με άλλους που κάνουν ένα πολύ υψηλό θόρυβο διασχίζοντας κάποια απίθανη μεριά όπου ενδεχομένως κάθομαι εγώ ήσυχος και κουβεντιάζω. ΔΠ: Ναι, έτσι ξεκίνησε το πράγμα, αλλά έχει γενικευτεί. Και δεν κάνουν και πολλά πράγματα κάποιοι για να αναθεωρηθεί αυτή η άποψη -παρ’ όλο που όταν αγαπάς κάτι πρέπει να πείθεις για τη λειτουργία του, να μην αδιαφορείς. ΜΧ: Η έννοια μηχανόβιος συσχετίστηκε προηγουμένως με την έννοια αναρχικός. “Αναρχικός” είναι κάθε ζωντανός άνθρωπος που αναθεωρεί και δεν χάβει τα δεδομένα, αλλά εννοεί να τα σκαλίζει από κάτω και να τα ξαναφέρνει διαλελυμένα επάνω για να τα επανασυνθέσει. Αυτή είναι άλλωστε και μια υγιής άποψη του ζωντανού ανθρώπου. Κι όμως η έννοια αναρχικός είναι συνδεδεμένη με μερικά παιδιά που εμφανίζονται διαμαρτυρόμενα και που δεν ξέρω κατά πόσον η διαμαρτυρία τους είναι κοινωνική αντίδραση ή αντίδραση λόγω ηλικίας, χωρίς σκέψη και χωρίς περισυλλογή… Εγώ πιστεύω πως ένας αναρχικός, πριν δράσει, σκέφτεται. (στο σημείο αυτό ανοίγει κουβέντα περί “αναρχικών” και περί του κατά πόσον οι “μηχανόβιοι” αποτελούν “τάξη”, ενώ στο βάθος ακούγονται θόρυβοι μηχανών που διασχίζουν την Πανεπιστημίου – κι ίσως ο τριγμός και ο βρυγμός των οδόντων του Μπακούνιν… Τη συζήτηση επαναφέρει ο) ΓΜ: Συζητάμε τον όρο μηχανόβιοι. Πρόκειται για ένα κοινωνικό στρώμα -μην το λέμε “τάξη”, δεν είναι- που πρώτον, αποτελεί μειοψηφία, δεύτερον, βρίσκεται υπό διωγμόν και τρίτον, προκαλεί. Να εξετάσουμε αυτά τα τρία στοιχεία – κι ας ξεκινήσουμε από την πρόκληση. Νομίζω… ΓΚ: Γιώργο, να σε διακόψω. Βάζεις σ’ ένα δρόμο τη συζήτηση, ωραία! Για να τον ακολουθήσουμε όμως θα πρέπει να αλλάξουμε και στιλ συζήτησης – όχι όπως συζητάμε περί μηχανόβιων τόση ώρα. ΜΧ: Μας ενδιαφέρει πάρα πολύ… ΓΚ: Δεν έχω καμία αντίρρηση. ΜΧ: …και να σου πω γιατί: για τον έναν και βασικό λόγο ότι πρέπει αυτό το στρώμα να απαλλαγεί από τα παράσιτα, απ το μίασμα. ΓΚ: Το μόνο που θέλω είναι να πάψουμε να διαπραγματευόμαστε την πρόκληση ή όποιο άλλο θέμα διαλέξουμε με συγκεχυμένο τρόπο. Χρησιμοποιούμε όρους που σημαίνουν ένα σωρό πράγματα και καταλήγουν να μη σημαίνουν τίποτα. ΜΧ: Αυτό είναι καφενείο, παιδί μου! ΓΚ: Το καφενείο είναι δηλαδή εξ ορισμού ασύντακτο; ΜΧ: Είναι εξ ορισμού μη καθοριζόμενο. ΓΜ: Η αγωνία να αποκαθαρθεί ή να μην αποκαθαρθεί ο όρος, να βρούμε έναν άλλο όρο ενδεχομένως ή να “αποκαταστήσουμε” τον όρο που διαθέτουμε – είναι από τα βασικά πράγματα. ΜΧ: Γι αυτό επιμένω στον προσδιορισμό. ΓΚ: Ναι, αλλά αυτό που είπατε δεν είναι ερώτηση επί του προσδιορισμού, είναι ήδη προσδιορισμός. “Το θέμα είναι να αποκαθαρθεί αυτό το στρώμα κλπ κλπ” – αυτό δεν είναι ερώτηση, είναι απάντηση. Τι να συζητήσουμε περί προκλήσεως, όταν έχουμε τάξει στη συζήτηση έναν σκοπό: την κάθαρση του όρου “μηχανόβιος”, όταν έχουμε ήδη αναφερθεί σε “μειοψηφίες” και “μιάσματα”. Υπάρχει περίπτωση να συζητήσουμε για τη νοοτροπία των μηχανόβιων; Επισημαίνω την πολιτική παρασημαντική της μεθόδου συζήτησης που έχουμε επιλέξει: όταν ένας χώρος εμφανίζεται προκλητικός, τότε ή η πρόκληση τον καθαγιάζει (πρόκειται για τη θετική “ανάγνωση”) ή γίνεται αμέσως λόγος για “μιάσματα” οπότε εγκαινιάζεται η λογική των εσωτερικών εκκαθαρίσεων (αρνητική “ανάγνωση”). Κατά συνέπεια, ή η πρόκληση θεωρείται αρετή -άρα προς τι η συζήτηση;- ή η πρόκληση θεωρείται συκοφαντική πράξη -άρα στους πολλούς και υγιείς μηχανόβιους προσφέρεται μια διέξοδος: “απαλλαγείτε από τα παράσιτα και ελάτε να σας αναγνωρίσουμε”. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν συζητάμεΓΜ: Να προχωρήσουμε τότε ακόμη πιο πέρα. Έστω ότι στους “μηχανόβιους” υπάρχουν 50% προκλητικοί. Επειδή το στρώμα αυτό βρίσκεται υπό διωγμόν και επειδή γενικώς “προκαλεί”, αυτό το 50% διογκώνεται και γίνεται 100%. Ενώ, αν στους ΙΧήδες, τους πολιτικούς μηχανικούς, τους γιατρούς υπήρχε ένα 70% που προκαλεί, το υπόλοιπο 30% θα είχε διογκωθεί και θα είχε δικαιώσει 100% αυτό το στρώμα: θα ήταν εξασφαλισμένη η κοινωνική αποδοχή, η βιτρίνα. Στους “μηχανόβιους” λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μια πρόκληση πέραν του ποσοστού αυτών που προκαλούν -εξού και η κοινωνία δεν αποδέχεται αυτό το στρώμα, δε θέλει να το τοποθετήσει στη βιτρίνα της. Πού έγκειται η πρόκληση; Στο ότι η οδήγηση μιας μηχανής πρώτον, έχει κάτι το “μαγικό” για αρκετούς ανθρώπους – μια απλή ικανότητα, λέω εγώ, που δεν την έχουν φυσικά όλοι, δεύτερον, συγκρούεται με τη “φιλοσοφία του αυτοκινήτου” που έχει επίμονα καλλιεργηθεί (τέσσερις ρόδες κλπ) και, τρίτον, έρχεται σε αντίθεση με το “ιδανικό” της “ασφάλειας”, δηλ. τροφοδοτεί την τρομολαγνεία απέναντι στην κυκλοφορία, την ταχύτητα, τις “επικίνδυνες” μηχανές κλπ. Όλα αυτά συνθέτουν ένα φαινόμενο που απωθείται από το κοινωνικό σύνολο. (Εισέρχεται ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος. Διατυπώνει την άποψη πως τώρα πια η μηχανή είναι στη βιτρίνα, πως ο μύθος του “καταραμένου” μηχανόβιου έχει εκπέσει. Ο Μπράμος διαμαρτύρεται: δεν χρησιμοποίησε τη λέξη καταραμένος ούτε αγνοεί την εξέλιξη του πράγματος. Εξέρχεται ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος. Ερήμην, απαντά ο) ΑΦ: Ζούμε σε μια κοινωνία του θεάματος και του εμπορεύματος. Εφόσον η μηχανή ικανοποιεί τις δυο αυτές “απαιτήσεις”, μοιραία θα εμφανιστεί κι αυτή η τάση, το “στιλ” της μηχανής. Τελικά, κανείς δεν ξέρει για τι μιλάει. Όλοι διαβάζουν εφημερίδες. Γιατί τόσο μονομερείς; Κατηγορούν τον μοτοσικλετιστή που περνάει με κόκκινο. Ξαφνικά, ο μοτοσικλετιστής είναι ο κακός, είναι η απειλή για την ησυχία της κοινωνίας – και δεν είναι απειλή ο καυλόγκαζος με το GTI, που έχει βγάλει και τις εξατμίσεις κι αναστατώνει το Ψυχικό. Είναι αποδεκτός, γιατί είναι σε 4 ρόδες, είναι δλδ πιο δυναμικός αγοραστής ενός εμπορεύματος. Ενώ ο μοτοσικλετιστής ποτέ δεν είναι μόνο θέαμα, γιατί έχει αρνηθεί ένα δόγμα θεμελιώδες: το βόλεμα. Όταν ξεκινήσει από το Παγκράτι να φτάσει στην Ομόνοια, έχει -είτε το ξέρει είτε όχι- 90 πιθανότητες να τον σκοτώσει κάποιος. ΜΤ: Τι εννοείς “βόλεμα”; ΔΧ: Βόλεμα στη ζωή σου είναι να είσαι σίγουρος ότι και αύριο θα ζεις. ΓΚ: Ένσταση, και μάλιστα σοβαρή. ΑΦ: Μπορούμε να το συζητήσουμε. ΓΚ: Μπορούμε και πρέπει να το συζητήσουμε, γιατί είναι από τα πιο σοβαρά θέματα. Είναι επιπλέον μια ευκαιρία να αποφύγουμε την “άλλη” μονομερή αντιμετώπιση, όχι εκείνη που καταγγέλλεις, αλλά αυτήν που μοιάζει να σημαδεύει τη δική μας κουβέντα. Είπε ο Γιώργος πως η μηχανή φαίνεται να αποτελεί πρόκληση και το εξήγησε. Ωραία! Αλλά υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος: ο μοτοσικλετιστής υποστηρίζει κι αυτός με παρρησία ένα μύθευμα, αντίπαλο φαινομενικά του μύθου του “κακού, προκλητικού κι επικίνδυνου μηχανόβιου”. Στοιχείο αυτού του (συμπληρωματικού εντέλει) μυθεύματος είναι τα περί “βολέματος” που μόλις υποστηρίχθηκαν. Θα ήθελα να μάθω αν μπορείς να ριψοκινδυνεύσεις μόνο πάνω στη σέλα της μηχανής. Μήπως, όπου κι αν βρεθείς, υπάρχει πάντα τρόπος να κινδυνεύεις; ΑΦ: Πάνω στη μηχανή υπάρχει ένα “συν” στο γενικό ρίσκο. Ειδάλλως, όλοι κινδυνεύουμε από έμφραγμα. ΓΚ: Δεν μιλώ γι αυτό το είδος κινδύνου. ΔΧ: Όταν κάνεις κάτι που σου αρέσει, δεν σκέφτεσαι καν το ρίσκο. ΑΦ: Ναι, αλλά όταν ανεβαίνεις στη μηχανή, είτε σου αρέσει είτε όχι, παίζεις ρώσικη ρουλέτα. ΓΜ: Ο πιο αρμόδιος να μιλήσει για “ρώσικη ρουλέτα” είναι ο Δημήτρης. Να μας πει λοιπόν τη γνώμη του. ΔΠ: Δυσκολεύομαι να μιλήσω, γιατί δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάμε. Η όλη συζήτηση μου θυμίζει αποσπάσματα από διάφορα άρθρα στις εφημερίδες, που ίσως και να προκάλεσαν αυτή τη συζήτηση. Καθένας λέει διάφορες αυθαιρεσίες – αλλά, για να στηρίξεις τα επιχειρήματά σου, πρέπει πρώτα απ’ όλα να χωνέψεις πως το θέμα δεν προσφέρεται για μονόλογο. Τα πράγματα είναι απλά. Ξεκινάμε από τις αρχές του αιώνα. Δουλεύει το πράγμα με τους 4 τροχούς, δουλεύει και με τους 2. Μόνο οι πλούσιοι, σύμφωνοι: είναι ακριβά τα αυτοκίνητα. Πόλεμος: εύκολο και γρήγορο μέσο επικοινωνίας η μοτοσικλέτα, αναπτύσσεται η τεχνολογία της, αρχίζει η μαζική παραγωγή. Μετά τον πόλεμο: φτώχεια, ανάγκη, τεράστιες εκτάσεις στην κατεστραμμένη Ευρώπη, τα δίκυκλα μοιάζουν βολικό και προσιτό μεταφορικό μέσο -ειδικά σε φτωχές χώρες, όπως η Ελλάδα. Φτάνουμε στη δεκαετία του 60. Μηχανάκια, βέσπες -κανείς δεν τους κατηγορεί. “Τη δουλειά του κάνει ο άνθρωπος”, “φουκαράς”… Του κόβαμε και κανα πόδι, “βρε, τον άνθρωπο!” έλεγε ο αυτοκινητιστής, και πήγαινε να τον δει και στο νοσοκομείο. Δεν έλεγε “καλά να πάθει”, δεν υπήρχε μίσος. Το δίκυκλο ήταν κάτι αποδεκτό. Δεκαετία 70: οικονομική ευημερία, μπορείς πια να πάρεις εύκολα δίκυκλο -εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Η μοτοσικλέτα γίνεται σόου, επίδειξη -αρχίζει να δημιουργείται ο πρώτος πυρήνας. Καμία σχέση με Αμερική, με “αγγέλους της κολάσεως” κλπ. Απλώς ήταν πιο εύκολο να επιδειχθείς στη γειτονιά με ένα δίκυκλο. Δημιουργείται έτσι ο πρώτος θύλακας των ανθρώπων που σήμερα ονομάζουμε “μηχανόβιους” ή δεν ξέρω πώς. Και φτάνουμε στη δεκαετία του 80: “πολιτιστική έκρηξη”. Πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν το δίκυκλο, αλλά ανακαλύπτουν κι ότι μπορούν να γράφουν οτιδήποτε σχετικά μ αυτό και μπορούν να δημοσιεύουν αυτά που γράφουν. Αρχίζουν λοιπόν να επιδίδονται σε βαθυστόχαστες αναλύσεις, πιάνει ο καθένας το κομματάκι του στην εφημερίδα ή στο περιοδικό του κι αναπτύσσει τις απόψεις του -αφού, όπως είπε κι ο Αχιλλέας (το μόνο 100% ακριβές από όσα ως τώρα είπε), το θέαμα, το χρώμα του θέματος βοηθάνε. “Μηχανόβιοι” λοιπόν. Τι είναι οι μηχανόβιοι; Μια λέξη που χρησιμοποίησε κατά κόρον η προ πενταετίας αρθρογραφία. Κακή λέξη, σίγουρα. Ποιος ζει σήμερα με τη μοτοσικλέτα; Καβαλάω μοτοσικλέτα από μικρό παιδί, μ αρέσει, την αγαπάω -αλλά δεν ζω μαζί της, ζω με ανθρώπους. Και κάτι ακόμη: αν υπάρχει ένα μικρό ποσοστό που, λόγω έλλειψης φαιάς ουσίας, με τη μοτοσικλέτα ξυπνάει-με τη μοτοσικλέτα κοιμάται, αυτό δεν σημαίνει πως όσοι κάνουν φασαρία ή “προκαλούν” ανήκουν σ αυτό το μικρό ποσοστό. Άσε που “μηχανόβιους” λέμε τους χρήστες μεγάλης συνήθως μηχανής, ενώ τα μικρά μηχανάκια κάνουν ασφαλώς πιο πολλή φασαρία. ΜΤ: Ναι, αλλά κι αυτό το μικρό ποσοστό έχει ένα δείκτη παιδείας – κι ένα όριο ηλικίας. ΔΠ: Ασφαλώς. Κάποια στιγμή σταματάς στο φανάρι, βλέπεις το βλέμμα του πεζού που προηγουμένως τρομοκράτησες και ντρέπεσαι. Τότε παύεις να ενοχλείς τον κόσμο. ΓΜ: Δημήτρη, ήθελα να σε ρωτήσω – ή μάλλον να προβληματιστούμε σ ένα θέμα: γιατί στη δεκαετία του 60 υπάρχει αυτή η συνύπαρξη αυτοκινητιστών και μοτοσικλετιστών; Και γιατί αυτό διακόπτεται τη δεκαετία του 80; Νομίζω πως στη δεκαετία του 70 γίνεται ένα “μπουμ” στις πωλήσεις αυτοκινήτων, διαμορφώνεται δηλ. μια “αυτοκινητιστική κουλτούρα”. Η αυτοκινητιστική αυτή έκρηξη αρχίζει σιγά-σιγά να παρουσιάζει προβλήματα, να δημιουργείται κάποιος κορεσμός: μπλοκάρονται οι δρόμοι τρομακτικά, από το 75 και δώθε. Το αυτοκίνητο δεν είναι πια μέσο επίδειξης. Φαίνεται πως το αυτοκίνητο όλοι μπορούν να το αποκτήσουν και να το οδηγήσουν. Στη δεκαετία του 80 η μηχανή μοιάζει να μπαίνει σφήνα σ αυτή τη διαμορφωμένη κατάσταση. ΔΧ: Το “μπουμ” στις μοτοσικλέτες γίνεται νωρίτερα: στη δεκαετία του 70. Απλώς, καθώς εξελίσσεται η κατάσταση που περιγράφεις, εγκαθίσταται σιγά-σιγά το στοιχείο της πρόκλησης. Κάποια στιγμή οι Έλληνες ανακαλύπτουν τη γιαπωνέζικη μοτοσικλέτα, που έσπαζε αυτήν την “ταξική” ανισότητα ανάμεσα σε μοτοσικλέτα και αυτοκίνητο. Εκείνος που οδηγούσε αυτοκίνητο ήταν μποτιλιαρισμένος. Εκείνος που δεν είχε αυτοκίνητο, όχι μόνο δεν ήταν μποτιλιαρισμένος, αλλά έτρεχε και με 200. Άρχισε να δημιουργείται μυθολογία. Η λέξη “καμικάζι”, που χρησιμοποιήθηκε πριν από τη λέξη “μηχανόβιος”, γιατί έχει γιαπωνέζικη προέλευση; Δεν είναι ταυτισμένη με την ξαφνική εμφάνιση της γιαπωνέζικης μοτοσικλέτας στην αγορά και το «μπουμ» που προκάλεσε αυτή η εμφάνιση στις πωλήσεις; ΜΤ: Είναι επίσης ταυτισμένη με την αυτοκτονία… ΔΠ: Η λέξη καμικάζι είναι πάρα πολύ εύστοχη. Η όλη μεθόδευση, να παίρνεις φόρα και να «σκας» πάνω σε ένα ακίνητο αντικείμενο, αυτοκίνητο ή οτιδήποτε, είναι ακριβώς ίδια. Πάντως, ξέρεις τι έλεγα προηγουμένως; Έλεγα ότι δεν ενόχλησαν ξαφνικά οι μοτοσικλέτες. Απλώς έγιναν πολλές. Άμα χιονίσει, θα βγούμε όλοι να μαζέψουμε χιόνι, θα πούμε «α, τι ωραία! χιόνισε!». Άμα χιονίζει όλο το χειμώνα, θα τρελαθούμε, θα κάνουμε λιτανείες. Το ίδιο και με τις μοτοσικλέτες. Σε σταμάταγε το 73 ο απλός άνθρωπος: «Βρε παιδί, τι λες; Τέσσερις κυλίνδρους έχει, βρε παιδί; Και πόσο κάνει; Δεν έπαιρνες ένα αυτοκίνητο;» Ποιος θα σου πει έτσι τώρα; Στα ποσοστά που θα συζητήσουμε, ελπίζω, στη συνέχεια, έχω να πω μερικά ενδιαφέροντα πράγματα, γιατί υπάρχει μια μυθολογία, ότι είναι λίγοι αυτοί που ενοχλούν. Έχω, δυστυχώς, μεγάλες αντιρρήσεις: είναι πολλοί αυτοί που ενοχλούν. ΜΧ: Έχω να πω το εξής σχετικά με την ιστορική διαδρομή που επιχειρήσατε. Η υπόθεση αλλάζει από τη στιγμή που η μοτοσικλέτα γίνεται αυτοσκοπός. Στην ανάλυση που κάνατε, συνδέσατε την ανάπτυξη της μοτοσικλέτας με την παρουσία της μηχανής. Όμως, κάπου αρχίζει και γίνεται αυτοσκοπός αυτή η ιστορία. Είναι σαν να πάτε να εξετάσετε τον έρωτα μέσα από την πορνεία. Η την ομοφυλοφιλία μέσα από τους τραβεστί της Συγγρού. Είναι λάθος. Και πιστεύω ότι η έννοια του «μηχανόβιου» περιέχει μια τέτοια σύγχυση. Γι αυτό και υπάρχουν δυσκολίες στην εξήγηση και την τοποθέτηση της λέξης: η λέξη οικειοποιείται μιαν περιοχή που δεν της ανήκει. Ο ενοχλητικός από τότε που ήταν «μαχαλόμαγκας» ενοχλούσε. Δεν ήταν ανάγκη να έχει μηχανή για ν’ αποτελεί πρόκληση για τον αθώο πολίτη. Κάποτε οι μαχαλόμαγκες αποκτήσανε και «ιπτάμενα», όπως τα λέω εγώ (διότι περί ιπταμένων πρόκειται όταν διασχίζεις έτσι τους δρόμους), και εξακολούθησαν εσκεμμένα την πρόκληση και την ενόχληση. Συνεπώς, το να υπερασπιστείτε αυτήν την κατηγορία των «μηχανόβιων» είναι, νομίζω, ένα λάθος που μας οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα. Και θέλω να απαλλαγείτε από αυτήν τη χρήση, για να μπορέσουμε να δούμε την έννοια του «μηχανόβιου» καθαρά. Πέρα από την πρόκληση και πέρα από το νταηλίκι. Ο νταής είναι γεννημένος για να ενοχλεί, εξαιτίας ενός καταπιεσμένου «εγώ». Δεν νομίζω ότι πρέπει να συγχέουμε την έννοια του «μηχανόβιου» με την έννοια του «ενοχλητικού», του κοινωνικού παράσιτου. ΓΚ: Ναι, αλλά έχω μια απορία: αν ο «μηχανόβιος» δεν είχε συνδεθεί με την έννοια του «ενοχλητικού», γιατί θα είχαμε καλέσει εδώ «μηχανόβιους» και δεν θα είχαμε καλέσει, πχ, κομμώτριες; Κι αν η έννοια «ενοχλητικός» δεν προϋπέθετε εμβρυώδεις έστω απόψεις, δια των οποίων ο «ενοχλητικός» υποστηρίζει και, κατά την κρίση του, νομιμοποιεί την ενόχληση, γιατί δεν θα είχαμε καλέσει νηπιαγωγούς να μας μιλήσουν για τα ενοχλητικά παιδάκια; ΜΤ: Μα εμείς αποποιούμαστε την έννοια του ενοχλητικού… ΓΚ: Άλλο τώρα τι αποποιείστε. Και, καταρχάς, δεν το αποποιείστε συλλήβδην. ΑΦ: Ασφαλώς. Εγώ είμαι υπέρ του θορύβου και της παρενόχλησης, υπέρ της πρόκλησης, είναι απλό. Γιατί, ενώ ο μοτοσικλετιστής είναι ένα κοινό άτομο όπως όλα τα άλλα, θυσιάζεται στο βωμό του θεάματος και δημιουργείται αυτό που λέμε «καμικάζι», «μηχανόβιος», ό,τι θέλεις: η κοινωνία τον αντιμετωπίζει κατασταλτικά και προκλητικά, οπότε έχει κάθε δικαίωμα κι αυτός να αντιμετωπίζει προκλητικά την κοινωνία, σε δεδομένη στιγμή, όποτε του ρθει. ΜΧ: Μα, αγαπητέ μου, με συγχωρείς. Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα; ΑΦ: Αυτό δεν με απασχολεί. ΜΧ: Κάποτε, μια δεδομένη στιγμή, θέλω να συνυπάρξω μαζί σου κι εσύ με προκαλείς. Δεν ξέρω τι προηγούμενα έχεις εσύ με την κοινωνία, αλλά εγώ τι σου φταίω; ΑΦ: Για μένα η πρόκληση είναι ο ΙΧης, που πάει να με σκοτώσει τρεις φορές σε διάστημα ενός χρόνου. Αυτός δεν έχει κανένα άλλοθι. ΜΧ: Μα εγώ δεν σου λέω γιατί τα χεις με τους ΙΧήδες, που πήγαν να σε σκοτώσουν. Μπορεί να ήσαν αλήτες. Εγώ τι σου φταίω; ΑΦ: Δεν το κάνω απέναντι σε εσάς προσωπικά. Στο δρόμο ούτε σας ξέρω ούτε με ξέρετε. Υπάρχει ένα παιγνίδι, πρόκληση και απάντηση με πρόκληση. ΔΠ: Ας το θέσουμε πιο ήπια: Όταν πρωτοκαβάλησα μηχανάκι, πάνε τώρα 15-18 χρόνια, σε κάθε δεύτερο βήμα μας σταμάταγαν οι αστυνομικοί. Με το απλό επιχείρημα ότι, από τη στιγμή που καβαλάω μηχανή, είμαι σώνει και καλά αλήτης. Εκείνη τη στιγμή η αστυνομία εξέφραζε την άποψη της κοινωνίας. Μιλάμε για δύσκολα χρόνια κι αυτά ίσχυαν, μην το ξεχνάμε. ΑΦ: Εκείνο που ήθελα να πω είναι ότι κανείς δεν την κάνει από σύστημα την πρόκληση. Την κάνει αυθόρμητα. Είναι μια σημαία αυθορμητισμού η πρόκληση. Μου έχει τύχει πολλές φορές να περιμένω στο φανάρι και να ρχεται δίπλα μου ένας με μια μερσεντές, ο οποίος ακούει Μαρινέλλα στο φουλ. Ε, κι εγώ ανεβάζω τις στροφές στις 7000. Στην ηχητική πρόκληση του αυτοκινητιστή αντιδρώ με τη δική μου πρόκληση. Αλλά κι ο πεζός δεν προκαλεί όταν, χωρίς να κοιτάξει περνάει το φανάρι και πρέπει εγώ, για να τον αποφύγω, να πάω να πέσω σε καμιά κολόνα; ΓΜ: Το κακό είναι ότι, έτσι όπως λειτουργεί η μηχανή, έτσι όπως λειτουργεί μια ολόκληρη κοινωνική αντίληψη για τη μηχανή, το πράγμα γενικεύεται κι εσύ, εγώ, η Μάγδα, ο Διονύσης, μπαίνουμε όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Να βρούμε μια εξήγηση γι αυτό. ΔΧ: Τι εννοείς «στο ίδιο τσουβάλι»; ΓΜ: Όταν οδηγώ αυτοκίνητο και με σταματήσει ο αστυφύλακας, θα μου μιλήσει στον πληθυντικό. Όταν οδηγώ μηχανή και με σταματήσει, δε θα μου μιλήσει ποτέ στον πληθυντικό. Όταν κάποτε απαίτησα να μου μιλήσει στον πληθυντικό, μου έριξε μήνυση χωρίς να έχω κάνει τίποτα. (Στο σημείο αυτό η συζήτηση παρεκκλίνει από το θέμα «μηχανόβιοι» και το επίπεδό της ανεβαίνει αιφνιδίως, καθώς θέμα είναι η εκλεπτυσμένη συμπεριφορά των οργάνων της τάξεως. Προς αποφυγήν ενεργοποιήσεως του «ιδιωνύμου», αλλά και προς επίρρωσιν της ηλεγμένης νομιμοφροσύνης των συντακτών του περιοδικού, όσα σχετικά με το ευαίσθητο αυτό θέμα ειπώθηκαν παραλείπονται. Κάποια από τα νήματα της συζήτησης ξαναπιάνει ο) ΔΧ: Το θέμα είναι να δούμε για ποιο λόγο καθένας προκαλεί ή τέλος πάντων κάνει αυτό που λέμε «όχληση» – και όχι πρόκληση. Για παράδειγμα, ο μάστοράς μου πήγαινε έξω απ’ το μπαλκόνι της αγαπημένης του 3.00 η ώρα τη νύχτα, με τη μηχανή στα κόκκινα για να της δείξει την παρουσία του. Ένας τρίτος παρατηρητής, που δεν ήξερε τη σχέση οχλούντος, ήχου και ακροατή, θ’ αναρωτιόταν: «Αυτός τώρα γιατί φωνάζει;» Αλλά ο άνθρωπος είχε ένα συγκεκριμένο σκοπό. Άλλος πάλι είχε πολιτικοποιήσει τη φασαρία, γκάζωνε και φώναζε: «Ξυπνάτε, ρε! Κοιμόσαστε, ρε!» και σήκωνε τη γειτονιά στο πόδι. Κι ο τρίτος γκαζώνει γιατί τσακώθηκε με την κοπέλα του. Υπάρχει κι αυτός που κάνει όχληση για να προβάλει το «εγώ» του. Μέσα από την αντανάκλαση της όχλησης που προκαλεί στους άλλους σκέφτεται: «Κοίταξε ποιος είμαι!» κλπ κλπ. Μόνο το ένα από τα παραδείγματα αυτά είναι πρόκληση. Τα άλλα είναι απλή όχληση. Μην τα συγχέουμε. Το για ποιο λόγο γκαζώνει κάποιος δεν είναι συνάρτηση μόνο της ιδεολογίας του, αλλά και της ψυχικής του διάθεσης εκείνη τη στιγμή. Άλλωστε, συχνά το πράγμα λειτουργεί εντελώς ασυναίσθητα. Είμαι πάνω στη μοτοσικλέτα και κοιτάω να πάω όσο γίνεται πιο γρήγορα. Ενδεχομένως, αν μπορώ, πιο ναρκισσιστικά: εκεί που θα μπορούσα να μην κάνω μια σούζα, την κάνω. Η μοτοσικλέτα δεν είναι μόνο ένα μέσο μεταφοράς, αλλά κι ένας τρόπος να «τη βρεις». ΔΠ: Κάτσε, όπα! Μέσα δω θα «τη βρεις» με τη μοτοσικλέτα; Όταν ξέρεις ότι υπάρχουν μέρη που μπορείς να «τη βρεις»; ΔΧ: Γιατί; Όταν έχω καλή διάθεση, θ’ αυτοσχεδιάσω, θα κάνω -ας πούμε- το σόλο μου. Χωρίς να έχω την αίσθηση ότι θα προκαλέσω κανέναν. Τα αυτοκίνητα δεν είναι πράγματα που τα οδηγούν κάποιοι με τους οποίους έχω ανταγωνιστική σχέση. Είναι απλώς κινητά εμπόδια, που τα θεωρώ απρόσωπα. Κάποια στιγμή τυχαίνει να οδηγώ αυτοκίνητο. Συμβαίνει καμιά φορά. Όταν μου κάνει σφήνα ο μοτοσικλετιστής, θα αντιδράσω ασυναίσθητα αρνητικά, θα πω «το κωλόπαιδο!». ΑΦ: Κάτι παθαίνεις, φαίνεται. Από τα ρεύματα τα επαγωγικά του αυτοκινήτου… ΔΠ: Γιατί να βγεις να διασκεδάσεις μέσα στην πόλη; ΔΧ: Δεν είπα κάτι τέτοιο. Λέω απλώς πως αντιδρώ ανάλογα με την ψυχική μου διάθεση, αλλά πως δεν φταίει η διαφορετική ψυχολογία για την αντιπαράθεσή μου με τον οδηγό του αυτοκινήτου, φταίει το όχημα που καθένας οδηγεί. Ως οδηγός αυτοκινήτου είμαι υποχρεωμένος να κινηθώ με τη «μέση ωριαία ταχύτητα». Ο άλλος που οδηγεί μοτοσικλέτα με υπερφαλαγγίζει, διαφεύγει. Σκέψου τώρα να έχω ένα αυτοκίνητο – κοινωνικό σύμβολο, μια μερσεντές π.χ., κι ενώ είμαι μποτιλιαρισμένος και βράζω στο ζουμί μου, να σκάει μύτη ο πιτσιρικάς με το παπάκι και να περνάει το φανάρι. Πάει, θα μου τη δώσει. ΑΦ: Ναι, και μετά στο δρόμο ποιος τον σώζει τον αναβάτη μοτοσικλέτας… Γι αυτό και δεν ισχύει η ειδυλλιακή εικόνα «πρόσεχε και δεν θα πάθεις τίποτα». Απ’ τη στιγμή που κινείσαι δίπλα σ’ αυτοκίνητα που μπορούν να προκαλέσουν ατύχημα (ταξιτζής που ανοίγει την πόρτα για να φτύσει, οδηγός που κοιτάζεται στο καθρεφτάκι κλπ), τι μπορείς να κάνεις; ΔΧ: Έχετε κι οι δυο λίγο άδικο. Ο Αχιλλέας γενικεύει, αλλά κι εσύ του λες ότι πρέπει να επιβιώσει πάνω στη μοτοσικλέτα 23 χρόνια, για να αποκτήσει πείρα. Ναι, αλλά σου λέει ο άνθρωπος τι θα κάνω ως τότε; Θα ζήσω ή δεν θα ζήσω, γιατρέ; ΔΠ: Αν βρεθείς στον παραλιακό δρόμο που πάει από Μονακό προς Ιταλία, θα δεις τις μοτοσικλέτες να κινούνται με ταχύτητα διπλάσια από των αυτοκινήτων πάνω στη διαχωριστική γραμμή. Κανείς δεν ενοχλείται, κανενός το μυαλό δεν πάει στον ανταγωνισμό. Είναι θέμα γνώσεων και παραδόσεων, Οι λαοί αυτοί έχουν ζήσει χρόνια με το αυτοκίνητο και τη μοτοσικλέτα. Όταν δεν ξέρεις κάτι, είσαι ο χειρότερος κριτής του. Εδώ πέρα αυτό ακριβώς συμβαίνει. Αν υπήρχε ενημέρωση… ΑΦ: Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά. Αλλά η κυκλοφορία είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, αρκετοί από τους οποίους είναι αστάθμητοι. Το αυτοκίνητο είναι σούπερ καταναλωτικό αγαθό – και δεν υπάρχει μόνο η βιομηχανία των αυτοκινήτων, υπάρχει και η βιομηχανία των διπλωμάτων. Δεν ξέρεις τι ‘ν’ αυτός που οδηγεί μπροστά σου: κουφός, καρδιακός, διαβητικός, ψυχοπαθής, ψηφοφόρος… Επισημαίνω τους κινδύνους, δεν λέω πως, απ’ την άλλη μεριά, κι η μοτοσικλέτα δεν πάει να γίνει καταναλωτικό αγαθό: την έχει περιλάβει το marketing, γιατί προσφέρει θέαμα. Κι αυτό πολλαπλασιάζει την αντιπαράθεση μοτοσικλετιστή – αυτοκινητιστή. ΜΧ: Κατόπιν αυτών, πρέπει να ρωτήσετε πώς αμύνεστε απέναντι στις ανάλογες προκαταλήψεις. Ακούστηκαν διαφορετικές απαντήσεις, αλλά τη σχετική με τον «μηχανόβιο» προκατάληψη σχεδόν την οικοδομήσατε οι ίδιοι με όσα είπατε. Πώς θ’ αμυνθείτε απέναντι στη συκοφάντηση, είτε το θέαμα φταίει γι αυτήν είτε ο ανταγωνισμός είτε οτιδήποτε; ΜΤ: Δεν μ’ αρέσει να εξαιρώ ορισμένα ζητήματα της ζωής από την αλληλεξάρτηση που υπάρχει στα πάντα, στο κοινωνικό πλαίσιο. Δεν θεωρώ τόσο εξειδικευμένο φαινόμενο τη μοτοσικλέτα, παρ’ όλο που την αγαπώ. Άρα πιστεύω πως και σ’ αυτό το συγκεκριμένο θέμα η άμυνά μου θα διαμορφωθεί με βάση τη γενικότερη στάση ζωής. Κι έπειτα με συγκινεί η αίσθηση της ταχύτητας, αλλά όχι της τελικής ταχύτητας, της ξεχειλωμένης. Έχω αγοράσει δέκα μοτοσικλέτες και ποτέ street καθαρόαιμο. Δεν θα πάω με 3, αλλά δεν θα πάω σώνει και καλά και με 183. Αυτό που με συγκινεί κυρίως είναι η έννοια της ανάβασης και της διαδρομής. Κατά συνέπεια, ακραίοι τρόποι οδήγησης μ’ εκνευρίζουν κι εμένα καμιά φορά. Δεν θ’ αντιδράσω εξειδικεύοντας, λοιπόν, αλλά με μια γενικότερη ανάλυση κοινωνική. ΜΧ: Ναι, αλλά όταν εγώ σε δω στη μηχανή, λέω: «μηχανόβια», δηλ. άνθρωπος που το εσωτερικό του είναι μια μηχανή. Τι μπορείς να κάνεις για να αμυνθείς απέναντι σ’ αυτού του είδους τη συκοφάντηση; ΔΠ: Κύριε Χατζηδάκι, με συγχωρείτε, να σας διακόψω. Το πρώτο που σκέφτεται ο περισσότερος κόσμος δεν είναι «μηχανόβιος», είναι «μα δεν φοβάται;» ΜΤ: Αυτή η αντίδραση είναι ακατανόητη. ΔΠ: όχι, έχει βάση που δεν είναι άσχετη με την προκατάληψη που μας απασχολεί. Η βάση είναι τα τρομακτικά ατυχήματα. ΑΝ δεν υπήρχαν τόσοι θάνατοι, τόσοι τραυματισμοί… Είναι τροφή, θαυμάσια τροφή για τη δημοσιογραφία. Ας μην εκφραστούμε άσχημα, αλλά πώς αλλιώς να δει κανείς τα άρθρα για το ΚΑΤ, τις φωτογραφίες με ματωμένους κλπ; Οι προσπάθειες, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να σημαδέψουν ακριβώς στη μείωση των θανάτων. Αν υπήρχαν λιγότεροι θάνατοι, δεν θ’ αντιδρούσε έτσι και η κοινή γνώμη, δεν θα υπήρχαν τα «σώστε τα παιδιά μας» των εφημερίδων, που κατευθύνουν την κοινή γνώμη. ΓΜ: Αυτήν την στιγμή, το ατύχημα με τη μοτοσικλέτα πουλάει» όπως ίσως παλιότερα το ατύχημα με το αυτοκίνητο ή με το άλογο. Το ατύχημα με τη μοτοσικλέτα είναι πιο θεαματικό, γι αυτό και οι εφημερίδες το προτιμούν. Συνήθως σκοτώνονται νέοι και ο θάνατος στα νιάτα συγκινεί, έπειτα αναβάτες κατά παράδοσιν είναι ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. ΜΧ: Άλλωστε, η στάση του αγοριού και του κοριτσιού σε μια μοτοσικλέτα είναι πιο ερωτική από ό,τι σ’ ένα αυτοκίνητο. ΓΚ: Ναι, οπότε πίσω από το ρήμα («ζευγάρι βρήκε το θάνατο με μοτοσικλέτα») υπάρχει και το απαραίτητο δίδαγμα: το τίμημα των απολαύσεων. Αλλά, μια και ο λόγος περί απολαύσεων -και για να μην επεκταθούμε στο θέμα της δημοσιογραφίας- θα άξιζε τον κόπο να μιλήσουμε για τη σχέση του οδηγού με τη μοτοσικλέτα του, όπως δηλώνεται στα λόγια του. Μιλήσαμε για πρόκληση, για θέαμα, για αυτοσχεδιασμό στους δρόμους – μ’ όλα αυτά (και με την έννοια «μηχανόβιος, που τόση ώρα παιδεύουμε) συναρτάται ίσως η ιδιαίτερη σχέση του οδηγού με τη μοτοσικλέτα του; Και τι είδους σχέση είναι αυτή; Δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι η μοτοσικλέτα είναι και φετιχιστικό αντικείμενο; Αυτή η υπόθεση θα μας οδηγούσε εξίσου καλά στο μάρκετινγκ, αλλά και στο ζήτημα της πρόκλησης, στη σχετική μυθολογία. ΓΜ: Κάθε αντικείμενο μπορεί να είναι και φετιχιστικό. Άλλωστε και ο κινηματογράφος δεν είναι φετίχ; ΓΚ: Ναι, αλλά ποια είναι η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης που μας απασχολεί; Εξηγούμαι: κάνουμε δυο ώρες προσπάθεια να αποκαθάρουμε τον όρο «μηχανόβιος» από την ερμηνεία «ζω με (και για) τη μοτοσικλέτα». Μήπως όμως αυτή η ερμηνεία είναι και η σωστή; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα. Και το δεύτερο, εφόσον απαντήσουμε στο πρώτο: γιατί είναι περισσότερο αξιογέλαστο να ζεις με τη μηχανή απ’ ό,τι να ζεις με ένα Hi-Fi ή με ένα video; Μήπως -κι εδώ έγκειται ίσως η ιδιαιτερότητα- το Hi-Fi και το video παραπέμπουν σε ένα απαλυντικό «πνευματικό» περιεχόμενο (αρκετό πάντως για να εξουδετερώνει την πρόκληση και τις ακρότητες της σχέσης), ενώ η μηχανή είναι ακριβώς μηχανή και περιέχει λάδια κι όχι «πνεύμα»; Κι εδώ περνάμε στο λεξιλόγιο: γιατί «μηχανή» -λέμε «μηχανή» τίποτ’ άλλο; ΜΤ: Γιατί, δεν είναι; ΓΚ: Μήπως παραείναι; Μήπως ο τρόμος μπροστά στη μοτοσικλέτα είναι μια «διατύπωση» του τρόμου μπρος στην κατεξοχήν μηχανή; ΜΤ: Μηχανή είναι και η ξυριστική. ΓΚ: Ωραία, ας το κοιτάξουμε από την αντίθετη όψη. Ο τρόμος μπροστά στη μηχανή είναι ίσως ο τρόμος μπροστά στην ανεξέλεγκτη μηχανή – αλλά, ταυτόχρονα, και ο τρόμος μπροστά στην οικείωση κάποιων με αυτό το απρόσιτο και επικίνδυνο πράγμα. Επιδεικνύει ο «μηχανόβιος» τέτοιαν οικείωση; Επιδεικνύει, δια της λατρείας της μηχανής του, την εξουσία του, την υποκατάσταση ενδεχομένως επί των δυνατοτήτων της; Πώς μιλάτε, όποτε αφηγείστε – όχι εσύ ειδικά, που είσαι κατεξοχήν συντηρητική… ΜΤ: Εγώ διαφωνώ με το λεξιλόγιο. ΓΚ: Ναι, αλλά εσύ πας, από ό,τι κατάλαβα, Γλυφάδα – Καισαριανή μέσω περιφερειακού για να απολαύσεις τη διαδρομή. ΓΜ: Καθένας έχει λεξιλόγιο, δεν το καταλαβαίνεις; Υπάρχουν γλώσσες, όχι γλώσσα. ΓΚ: Δεν αντιλέγω. Αλλά, στην περίπτωση που συζητάμε, με ενδιαφέρει η κωδικοποιημένη γλώσσα – η ιδιόλεκτος, για να την πούμε με το όνομά της: από πού κατάγεται και τι έχει να πει για όσα μας απασχολούν. ΓΜ: Γιατί πρέπει να μιλήσεις γι αυτή τη γλώσσα κι όχι για τη γλώσσα, π.χ., των κινηματογραφιστών; ΓΚ: Εσείς θέσατε το θέμα. Εγώ απλώς σου επισημαίνω ότι μιλάτε γλώσσα κατά το ήμισυ ευθέως σεξουαλική και κατά το ήμισυ ηδονιστική με την έννοια της ψευδαίσθησης ή της παραίσθησης. ΑΦ: Όλα αυτά τα πράγματα συμβαίνουν; ΓΚ: Ναι, όλα αυτά συμβαίνουν στο γλωσσικό πεδίο. Κι επειδή εδώ δεν οδηγούμε μηχανή αλλά συζητάμε για τη μηχανή, μας ενδιαφέρουν. ΔΠ: Τώρα εσύ ξέρεις τι κάνεις; Όπως είναι μερικοί άνθρωποι που πάνε στη δουλειά τους και διαβάζουν κάποια είδηση σχετική με το θέμα και λένε «κοίταξε, ρε, να δεις…» ΓΚ: Δεν οδηγώ μηχανή, αυτό δεν θέλεις να πεις; Κοιτάξτε παιδιά, για να σχηματιστεί ένας κύκλος ομονοούντων χρειάζεται και κάποιος εκτός κύκλου, το ξέρω. Όμως δεν μιλώ ως μηχανόβιος κι ούτε ως δημοσιογράφος. Μιλώ ως παρατηρητής ενός φαινομένου, ως «αναγνώστης» του, κατά κάποιον τρόπο. Μιλάτε και σας ακούω. Οδηγείτε και σας βλέπω. Μιλάτε για το πώς οδηγείτε και πάλι σας ακούω. Μιλάτε με έναν συγκεκριμένο τρόπο – σας ενδιαφέρει αυτός ο τρόπος; Μήπως στον τρόπο αυτόν έχουν εγγραφεί, εξ αντιθέτου ενδεχομένως, τα προβλήματα που μας απασχολούν σ’ αυτήν τη συζήτηση; Και, στο κάτω κάτω, όλο κι όλο το θέμα της συζήτησής μας είναι γιατί το θέμα μας είναι θέμα προς συζήτηση. Αυτή η μετάβαση έχει σημασία, η μετάλλαξη που έχει υποστεί το θέμα «οδήγηση μοτοσικλέτας». Κι αυτή η μετάλλαξη έγινε μέσω μιας κοινωνικής ανάγνωσης του πράγματος. Ποια είναι η κοινωνική ανάγνωση από τους ίδιους τους «μηχανόβιους», ποια η κοινωνική ανάγνωση από τις εφημερίδες ή τον κατασταλτικό μηχανισμό; Αυτά τα θέματα είναι προς συζήτηση. ΓΜ: Έχουν ειπωθεί. Δεν έχουν απαντηθεί επειδή -κατά τη γνώμη μου- δεν χρειάζεται να απαντηθούν. δεν είναι ανάγκη να απολογηθούμε σε κανέναν. ΓΚ: Δεν μιλώ για απάντηση δίκην απολογίας. ΓΜ: Αυτές οι έννοιες κατά κάποιον τρόπο είναι προκατασκευασμένες, είναι δηλ. από αλλού, δεν αφορούν κάποιο χώρο, αλλά είναι παραμορφωτικοί καθρέφτες αυτού του χώρου – και δεν χρειάζεται να απολογούμαστε συνεχώς αν είμαστε «μηχανόβιοι», αν μας αρέσει κλπ.ΓΚ: Δυο πράγματα θα σου πω, Γιώργο, και δεν θα επιμείνω στο θέμα γιατί ασφαλώς δεν πρόκειται να το εξαντλήσουμε. Το πρώτο είναι πως η αναγνώρισή σου μέσα από παραμορφωτικούς κανόνες δεν λύνει πρόβλημα, αλλά θέτει πρόβλημα: γιατί αξίζεις τον κόπο να παραμορφωθείς, γιατί εσύ, ο «μηχανόβιος», κι όχι ο οδοκαθαριστής; Το δεύτερο είναι πως κι εσύ ο ίδιος, αντί να παρακάμπτεις ή να αγνοείς την παραμόρφωση, ενέχεσαι σ’ αυτή. Μιλάς με όρους γενικούς κι επομένως ασαφείς. Ήδη συγκρίναμε τους «μηχανόβιους» με τους αναρχικούς. Λοιπόν, περί αναρχικών μιλά «ο κόκορας που λαλεί στο σκοτάδι», αλλά και «η μωβ σκιά Μαΐου» – κι όλοι αυτοί είναι αναρχικοί, έτσι δεν είναι, κύριε Χατζηδάκι; Αναρχικός σημαίνει διαμαρτυρόμενος – που σημαίνει ότι και ο Λούθηρος ήταν αναρχικός. ΑΦ: Μα τι σχέση έχουν οι «μηχανόβιοι» με τους αναρχικούς; ΓΚ: Ξέρω γω; ΜΤ: Μήπως έχεις στο μυαλό σου όλα εκείνα τα πιτσιρίκια μέχρι τα 18, που δεν τους δίνει διέξοδο η κοινωνία, για ένα σωρό κοινωνικούς λόγους, και θέλει σώνει και καλά να τους εκτονώσει με τη σούζα και την γκαζιά; Γιατί τότε πια το πρόβλημα είναι κατεξοχήν κοινωνικό. ΔΠ: Το θέμα είναι ότι αυτά που λέμε θα δημοσιευτούν. Ποιοι θέλουμε να τα διαβάσουν: αυτοί που καβαλάνε μηχανή για να πάνε στη δουλειά τους, αυτοί που καβαλάνε μηχανή για να τους ανάψουν τα λαμπάκια ή αυτοί που δεν καβαλάνε μηχανή; Ανάλογα θα δούμε ποιες πληροφορίες θα διαμορφώσουμε. Γιατί, σε λιγότερο από δέκα τόμους, δεν μπορούμε να εκφράσουμε όλο το φάσμα του τι μπορεί να κάνει ή να νιώσει κανείς με μια μοτοσικλέτα. ΑΦ: Εγώ πιστεύω πως συζητάμε ένα ανύπαρκτο θέμα, απλώς ένα θέμα που πουλάει σαν θέαμα. Δεν βρίσκω καμιά ιδιαιτερότητα, εκτός από το ότι ο μοτοσικλετιστής βάζει τη ζωή του διαρκώς σε κίνδυνο. ΔΧ: Τελείως ταξιτζίδικη άποψη, Αχιλλέα. Γιατί ο μοτοσικλετιστής που βιώνει τη μοτοσικλέτα αναπτύσσει μαζί της μια σχέση που δεν είναι ίδια από τη μέρα που αγοράστηκε η μοτοσικλέτα από την έκθεση, αλλά εξελίσσεται. Από κει και πέρα θα κοιτάξουμε πού μπορεί ο κόσμος να τη δει στο βαθμό που εξελίσσεται. ΑΦ: Και σε ρωτάω τι διαφορετικό έχει αυτή η περίπτωση ατόμου από το άτομο που αγοράζει αυτοκίνητο ή στερεοφωνικό. ΔΧ: Δεν εξελίσσεται σαν ακροατής στερεοφωνικού, Αχιλλέα. ΔΠ: Μπορείς να συνειδητοποιήσεις ότι ένας άνθρωπος μπορεί, με 30-40 χιλιάδες μόνο, να βρει μεταφορικό μέσο και να πηγαίνει όπου θέλει; Όλοι το έχουμε ξεχάσει αυτό. Κι όμως αυτή είναι η ιδιαιτερότητα, διάβολε! Δεν μπορεί να αγοράσει αυτοκίνητο ο πιτσιρίκος. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι, πέρα από την επίδειξη και την όχληση, υπάρχει κάτι βαθύτερα υγιές: η μοτοσικλέτα είναι το μοναδικό μεταφορικό μέσο που μπορεί να έχει ένας νέος χωρίς οικονομικούς πόρους. Από κει ξεκινά η σχέση, που μπορεί να διαρκέσει για όλη του τη ζωή, για λόγους που δεν αναφέραμε καν εδώ. Λέμε: κινδυνεύεις στη μοτοσικλέτα κλπ. Και τα ωραία της; ΔΧ: Ναι, ρε συ Δημήτρη. Τελειώνουμε τη συζήτηση κι αφήσαμε απέξω τελικά το πιο σπουδαίο: πώς μπορείς να «τη βρεις» με τη μοτοσικλέτα.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Μια αιχμηρή σκέψη για την απεργία...

 μια αρκετά αιχμηρή σκέψη για την απεργία..... 
 Ο μαγικός κόσμος της τεχνικής μέρος 10ο
 : οι απεργίες, το νόημα τους και η χαλυβουργία.... Date: 2012.07.31  απεργία,τεχνική... 
 Στη προαιώνια διαμάχη μεταξύ ξερόλα και σταλεγάκια, έχω ταχθεί στο στρατόπεδο του πρώτου, οπότε δεν πρόκειται να κουνήσω το δακτυλάκι μου σε κανένα.
Όμως μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον να ασχοληθώ με την έννοια της απεργίας, διότι νομίζω πως εκφράζει έναν τρόπο σκέψης και δράσης που για τα σημερινά δεδομένα είναι αρκετά προβληματικός, περιοριστικός και ξεπερασμένος. 
Πριν λοιπόν βγάλετε το τόμαχοκ του πολέμου, διαβάστε παρακαλώ προσεκτικά................ 
 Η απεργία, ή η τέχνη του να κρατάς την ανάσα σου 
 Η απεργία αν το σκεφτούμε λίγο, αποτελεί ένα πολύ περίεργο φρούτο. 
Και με πολύ συγκεκριμένο φαντασιακό περιεχόμενο. 
Η άρνηση της εργασίας από τον εργαζόμενο είναι λίγο το αντίστοιχο του γιου του ισπανού φύλαρχου στον αστερίξ που απειλεί να κρατήσει την αναπνοή του μέχρι να σκάσει. 
Παρόλαυτά αποτελεί έναν πολύ δημοφιλή τρόπο αντίστασης. 
Ας τον δούμε λοιπόν λίγο πιο αναλυτικά. ........... 
 Με την απεργία, ο εργαζόμενος αρνείται τον καρπό της παραγωγικής του δραστηριότητας. 
Γιατί αυτό αποτελεί απειλή?
 Διότι ο κάτοχος κεφαλαίου και ιδιοκτήτης της παραγωγικής μονάδας κερδίζει από την παραγωγική δραστηριότητα των εργαζομένων με την πολυτραγουδισμένη υπεραξία. 
Ο μαρξούκος εκεί στα μέσα του 19ου αιώνα μας εξήγησε πως αν εσείς με το να εργάζεστε παράγετε 5 ενώ πληρώνεστε για 2, το 3 που απομένει είναι η υπεραξία που καρπώνεται ο ιδιοκτήτης και διάφοροι άλλοι στην επιχείρηση με παχυλές αμοιβές............... 
 Ήδη με αυτή την περιγραφή έχω ξεφύγει από την κλασική μαρξιανή ανάλυση, διότι στο 19ο αιώνα, ο ιδιοκτήτης/κάτοχος κεφαλαίου και ο μάνατζερ είχαν την τάση ή να ταυτίζονται στο ίδιο πρόσωπο, ή να βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους. Σήμερα αυτά είναι συνήθως πολύ μακριά, πράγμα που δημιουργεί διάφορα προβλήματα (αλλά και ευκαιρίες) που πολλές φορές έχουμε αναφέρει.............. 
 Πίσω στην απεργία όμως. 
Με το να αρνείσαι την εργασία σου, αρνείσαι και την υπεραξία στον καπιταλιστή. 
Ταυτόχρονα όμως, στα πλαίσια που κι εσύ ζεις από αυτή την εργασία δημιουργείται αμέσως ένα πρόβλημα. 
Με το να αρνείσαι την εργασία, έχει σημασία να υπολογίσεις ποιος έχει τη μεγαλύτερη ανάσα. Εσύ ή ο καπιταλιστής?.................... 
 Σε αυτή τη διελκυστίνδα θα πρέπει να δούμε τα όπλα του καθενός. 
Τι χάνει ο ιδιοκτήτης και τι χάνουν οι εργαζόμενοι.
Πόσες αντοχές έχει ο ένας και πόσες ο άλλος. 
Η τέλεια απεργία είναι η απεργία εκείνη στην οποία οι εργαζόμενοι δουλεύουν από χόμπι. 
Με το να αρνηθούν την πληρωμή τους, μπορεί να χάνουν το iphone, αλλά κατά τ’άλλα σκασίλα τους. Ανάποδα η άλλη τέλεια απεργία είναι εκείνη όπου ο καπιταλιστής δεν αντέχει να χάσει ούτε μια μέρα όπου η επιχείρησή του δεν θα λειτουργεί................ 
 Στα παλιά χρόνια της μεγάλης καπιταλιστικής χαράς και ανάπτυξης, το σταμάτημα της παραγωγής μιας επιχείρησης είχε μεγαλύτερη σημασία.
 Γιατί? Διότι η παραγωγική ικανότητα μιας οικονομίας είναι μικρότερη της ζήτησης.
 Κάθε μήνα φτιάχνονται λιγότερα iphone απ’ όσα ζητούνται, κι αυτό είναι κάτι που ανεβάζει τις τιμές των iphone, τα κέρδη και την ανάγκη να παρχθούν νέα iphone. .................... 
 Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε μέρα που περνάει με την επιχείρηση κλειστή, ο καπιταλιστής χάνει τόσο τα επιπλέον κέρδη, όσο και την ευκαιρία να πάρει μέρος στο πάρτι. 
Και όταν δεν παίρνει μέρος στο πάρτι, αυτό σημαίνει πως οι άλλοι που παράγουν iphone θα πουλήσουν περισσότερα με αποτέλεσμα να αποκτήσουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εναντίον του. 
Με λίγα λόγια είναι ένα περιβάλλον όπου μια απεργία μπορεί να δουλέψει. 
Και αυτό είναι ένα περιβάλλον που η απεργία αποτελεί μεγάλη απειλή. .......................... 
 Μία άλλη περίπτωση όπου μια απεργία μπορεί να δουλέψει, είναι η περίπτωση μιας επιχείρησης με μονοπωλιακό παραγωγικό αντικείμενο. 
Αν η απεργία στα ΕΛΠΕ δεν κράτησε πάνω από μια βδομάδα, αυτό δεν είχε να κάνει με το ότι οι εργαζόμενοι της ήταν μάγκες, αλλά με τη θέση που κατέχουν στην οικονομία. 
Τα ΕΛΠΕ είναι ο ντεφάκτο μονοπωλιακός προμηθευτής πετρελαίου στη χώρα και μια απεργία εκεί, είναι ικανή να παραλύσει το σύμπαν..................... 
 Ταυτόχρονα μια μονοπωλιακή επιχείρηση διαθέτει κι άλλο ένα μεγάλο πλεονέκτημα που κάνει τη στρατηγική θέση των εργαζομένων ιδιαιτέρως πλεονεκτική. 
Ο ιδιοκτήτης/μάντζερ μπορεί να μετακυλήσει το επιπλέον κόστος από την ικανοποίηση των αιτημάτων της απεργίας στην τιμή του μονοπωλιακού προϊόντος. 
Όσο η μετακύλιση αυτού του κόστους, δεν είναι δύσκολη, ο ιδιοκτήτης/μάνατζερ δεν έχει κανένα λόγο να πλακώνεται με τους υπαλλήλους του. 
Αλλά οι υπάλληλοι επιχειρήσεων σε μονοπωλιακά μαγαζιά δεν είναι ακριβώς οι πιο αδικημένοι του κόσμου, άρα τελικά η απεργία σε τέτοιους τομείς είναι λίγο κενό γράμμα και κοινωνικά καθόλου ωφέλιμη. 
Κάθε αύξηση του μέρους της υπεραξίας που καρπώνονται οι εργαζόμενοι, θα συνοδεύεται και από αύξηση της τιμής της βενζίνης που θα πληρώνουν όλοι οι υπόλοιποι. 
Μάλιστα είναι σχεδόν σίγουρο πως η διοίκηση θα αυξάνει την τιμή παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται για να καλύψει το κόστος των αιτημάτων των απεργών για να μη μείνει με άδεια χέρια προς τους μετόχους. 
Έτσι στην ουσία σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, βλέπουμε πολύ πιο συχνά οι σχέσεις διοίκησης και εργαζομένων να είναι αρκετά καλές για να μην υπάρχει λόγος απεργίας. Στην ελλάδα τέτοια παραδείγματα ήταν η δεη, οι τράπεζες, ο οτε, οι εταιρίες κινητής, τα ελπε, ο οπαπ και γενικά οποιαδήποτε επιχείρηση είχε τη δυνατότητα να μετακυλήσει το κόστος στον τελικό καταναλωτή χωρίς ιδιαίτερο κόπο. 
 Ποιό είναι το πρόβλημα? Πως σε αυτές τις δύο περιπτώσεις πιθανών επιτυχημένων απεργιών που περιέγραψα, η δεύτερη δεν είναι ακριβώς η πιο κοινωνικά ωφέλιμη. 
Στην ουσία οι εργαζόμενοι τέτοιων επιχειρήσεων λειτουργούν αντι-κοινωνικά. 
Προτιμούν την προσωπική τους ή κλαδική τους ευημερία, από την ευημερία του συνόλου, κάτι που κατά καιρούς έχει δημιουργήσει πολύ κακό όνομα στις απεργίες. 
Ο ΟΤΕ, και ο ΟΛΠ είναι μερικά από τα παραδείγματα που μπορεί κάποιος να φέρει από δημόσιες επιχειρήσεις, τα οποία πλαισιώνονται από μπόλικες άλλες απεργίες κλαδικού ενδιαφέροντος. Ταυτόχρονα μας δείχνει λίγο και τα όρια της απεργίας ως εργαλείο ανισοτήτων. 
Από τη φύση του εργαλείου, αυτοί με τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας είναι οι ίδιοι που έχουν τη μικρότερη ανάγκη να απεργήσουν. 
Το παράδειγμα της χαλυβουργίας. 
 Ας δούμε λοιπόν και το παράδειγμα της χαλυβουργίας πως τοποθετείται στρατηγικά. 
Η απεργία στη χαλυβουργία ξεκίνησε όταν η επιχείρηση πρότεινε λιγότερη εργασία (και φυσικά λιγότερες αμοιβές) στους εργαζόμενους. 
Άρα σε μια περίοδο ύφεσης και πτώσης της ζήτησης, η διοίκηση θέλει να περικόψει το εργατικό κόστος, αποδεχόμενη και την πτώση της παραγωγικής ικανότητας του εργοστασίου. 
Φυσικά θέλει να το κάνει με τον δικό της τρόπο που είναι εξαιρετικά βολικός για εκείνη. 
Προτιμά να τους βάλει όλους να εργάζονται λιγότερο για λιγότερα, όχι γιατί η ίδια αγαπά τους εργαζόμενούς της, αλλά διότι θέλει να έχει ελαστικότητα στην παραγωγική της ισχύ. 
Ας το εξηγήσουμε λίγο αυτό....................... 
 Κάτι που έμαθαν γρήγορα οι καπιταλιστές σε αυτό το παιχνίδι της μονόπολης είναι πως η ζήτηση δεν είναι σταθερή. Άλλες φορές ζητάνε 50 και άλλες 80. 
Η κάλυψη αυτών των επιπλέον μονάδων γίνεται με διάφορους τρόπους. 
Ή διαθέτεις επιπλέον προσωπικό που απλά κάθεται όταν δεν υπάρχει τόση ζήτηση (πολύ ακριβό), ή βάζεις τους υπάρχοντες να δουλέψουν υπερωρία με μερικές φριλάντζες, δηλαδή ελεύθερους επαγγελματίες ή μπλοκάκια όπως λέγαμε (ακριβό). 
Τι θα γινόταν όμως αν τους έβαζες όλους να δουλέψουν 5ωρες την ημέρα για να καλύψεις την παραγωγή σου? 
Αν κάποιο μήνα οι παραγγελίες αυξάνονταν, δεν θα χρειαζόταν ούτε να πάρεις φριλάτζες, ούτε να πληρώσεις υπερωρίες. 
Απλά θα έλεγες στους υπαλλήλους να δουλέψουν το κανονικό 8ωρο. Τέλειο? 
Κάπως έτσι σκέφτηκε και η διοίκηση της χαλυβουργίας. Μόνο που στους εργαζόμενους δεν άρεσε, διότι δεν είναι πως έπαιρναν απο 2500 ο καθένας για να πουν οκ θα τα βγάλουμε και με 1800. Και για να απαντήσουν αποφάσισαν να κάνουν απεργία, δηλαδή να διακόψουν εντελώς την παραγωγή. 
Ήδη βλέπετε πως τα πράγματα είναι λίγο προβληματικά, διότι οι εργαζόμενοι προσπαθούν να τιμωρήσουν την διοίκηση με την ίδια πρόταση που η διοίκηση κάνει. 
Δηλαδή τη μείωση της παραγωγής. 
Για να είμαστε ειλικρινείς λοιπόν μέχρι ενός σημείου, αυτή η άρνηση της παραγωγής ήταν ένα μικρό δωράκι για την επιχείρηση που προσπαθούσε να μειώσει το κόστος παραγωγής σε μια περίοδο μειωμένης ζήτησης. Διότι σε περίοδους ύφεσης υπάρχουν πολλές επιχειρήσεις που προτιμούν να λειτουργούν και με μικρή χασούρα προκειμένου να κρατήσουν την παραγωγική τους δυνατότητα, ελπίζοντας πως κατά την ανάκαμψη θα έχουν λιγότερους ανταγωνιστές και θα κερδίσουν από τα αυξημένα περιθώρια κέρδους. ............................ 
 Και το πόσο δωράκι ήταν για την επιχείρηση φάνηκε από το γεγονός πως κανείς δεν έδειξε να ιδρώνει το αυτί του ιδιαίτερα. 
Οι εργαζόμενοι κράτησαν την αναπνοή τους, αλλά η διοίκηση πιθανότατα ένιωθε πως είχε μεγαλύτερη αναπνοή. Πόσο μάλλον όταν η διοίκηση μπορούσε να συνεχίσει να παίρνει ανάσες από τον άλλο πνεύμονα, δηλαδή το εργοστάσιο της χαλυβουργίας του βόλου που συνέχισε να λειτουργεί κανονικά. 
Εδώ είναι που τα πράγματα αρχίζουν και γίνονται τραγικά. 
Διότι η απεργία στη χαλυβουργία του ασπροπύργου έχει ήδη προβλήματα να είναι αποτελεσματική όσο η ζήτηση των προϊόντων που παράγει είναι ανεμική, αλλά γίνεται εντελώς αδιάφορη, όταν υπάρχει ένα άλλο εργοστάσιο για να καλύψει την ζήτηση αυτή.
 Με λίγα λόγια έχεις δύο εργοστάσια με παραγωγική δυνατότητα 150+100=250. Λόγω της ύφεσης η ζήτηση βρίσκεται στο 150 οπότε η διοίκηση προσπαθεί να μειώσει το κόστος παραγωγής. 
Οι εργαζόμενοι του πρώτου εργοστασίου αντιδρούν και το κλείνουν, ενώ του δεύτερου όχι.
 Η διοίκηση λοιπόν αποφασίζει να αφήσει τους σκληρούς να κλείσουν το “καλό” εργοστάσιο και να τα βρει με τους άλλους. 
Έτσι στην ουσία μεγάλο μέρος της παραγωγής ικανοποιείται από το δεύτερο εργοστάσιο, με αποτέλεσμα να αφήσει τους απεργούς να περιμένουν μέχρι να σκάσουν. 
Πράγμα και που έγινε
 Εδώ λοιπόν δημιουργούνται διάφορες αφηγήσεις. 
Σίγουρα ο κακός της παρέας είναι ο αφεντικός και δεν έχω καμία διάθεση να τον υπερασπιστώ. 
Δεν μοιράστηκε την υπεραξία τις καλές ημέρες, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τους εργαζόμενους να μοιραστούν τα κεσάτια των κακών ημερών.
 Υπάρχει όμως κι άλλος ένας κακός της παρέας, κι αυτός είναι οι εργαζόμενοι του εργοστασίου του βόλου, που στην ουσία κάνουν την απεργία εντελώς αδιάφορη.
Γιατί αυτοί δεν απέργησαν? Υπάρχουν πολλοί λόγοι και δεν είναι όλοι εναντίων των εργαζομένων του δεύτερου εργοστασίου. Σε αντίθεση με την εργατίστικη φαντασίωση του καλού και του κακού με τη μορφή του καλού ακτήμονα προλετάριου και του κακού καπιταλιστή, στον πραγματικό κόσμο υπάρχουν πολλές ενδιάμεσες καταστάσεις. Που η διοίκηση συνήθως βλέπει πολύ καλά, αλλά οι απεργιακές δυνάμεις σχεδόν αρνούνται να δουν, λες και αν αρνηθείς να τις δεις θα πάψουν να υπάρχουν.
 Πχ από αυτά που έχω διαβάσει, το εργοστάσιο του ασπροπύργου είναι πιο καλά εξοπλισμένο. Αυτό σημαίνει πως αν η μείωση της ζήτησης συνεχιζόταν σε βαθμό που θα έκλεινε το ένα εργοστάσιο, το λογικό θα ήταν να έκλεινε αυτό του βόλου. Κάτι που κάνει τους εργαζόμενους εκεί να βρίσκονται σε πιο επισφαλή θέση............................. 
 Ένας από τους στόχους μιας πετυχημένης απεργίας είναι να απειλήσεις τον καπιταλιστή πως θα χάσει τους πελάτες του, οι παραγγελίες των οποίων δεν θα ικανοποιηθούν. 
Σε περιόδους ανάπτυξης, χαμένοι πελάτες είναι χαμένα επιπλέον κέρδη, αλλά σε περιόδους ύφεσης, όπου υπάρχει μεγάλη περίσσια παραγωγικής ισχύος, οι χαμένοι πελάτες είναι πιο πολύτιμοι. 
Και αυτό οι εργαζόμενοι του βόλου σίγουρα το γνώριζαν. .................................... 
 Υπάρχουν δεκάδες άλλοι λόγοι που οι εργαζόμενοι του βόλου μπορεί να μην ήθελαν να πάρουν μέρος στην απεργία. Ανέφερα τον παραπάνω για να δείξω πως είναι τουλάχιστον αστείο μεταμοντέρνοι άνθρωποι να μιλάμε με μανιχαιστικούς όρους του πρώτου αιώνα π.χ. 
 Το βασικό συμπέρασμα από την όλη στρατηγική ανάλυση που κάνουμε είναι ότι α) η απεργία είναι προβληματικός τρόπος αντίδρασης σε περιόδους ύφεσης, και β) η μερική απεργία τους ενός εργοστασίου κάνει την όλη προσπάθεια πρακτικά αδιάφορη, χωρίς την καλή προαίρεση της εργοδοσίας. ............... 
Άρα ένας ψύχραιμος απεργιολόγος από αυτούς που το ΚΚΕ σίγουρα διαθέτει, ήξερε από την αρχή πως τα πράγματα χωρίς το εργοστάσιο του βόλου είναι πρακτικά σκατά. 
Η απάντηση που έχω πάρει σε αυτή μου την παρατήρηση είναι σχεδόν μεταφυσική. 
Η θέση μου ήταν πως δεν υπάρχει λόγος να ξεκινήσεις μια απεργία που θα χάσεις κατά κράτος και όσο το εργοστάσιο στο βόλο δούλευε κανονικά, η ήττα ήταν εγγυημένη. 
Θα μπορούσα να ισχυριστώ πως η ήττα ήταν πολύ πιθανή ακόμα κι αν απεργούσαν και τα δύο εργοστάσια, αλλά αυτό είναι μια θεωρητική συζήτηση. .............................................. 
 Η επίκληση του φαντασιακού 
 Η μεταφυσική απάντηση λοιπόν προσέβλεπε στο φαντασιακό. 
Έλεγαν πως η απεργία έπρεπε να ξεκινήσει από τον ασπρόπυργο και μετά να πείθονταν και οι εργαζόμενοι του βόλου να απεργήσουν κι αυτοί για συμπαράσταση. 
I am a card carrying member της σημασίας των φαντασιώσεων που λένε και στο χωριό μου. 
Και δεν πρόκειται να το αρνηθώ για να αναπτύξω το επιχείρημά μου. Επιπλέον θεωρώ πως ο βολονταρισμός (που συνοψίζεται στην πόπ κουλτούρα από το κοελικό σύμπαν που συνωμοτεί υπέρ σου, αν κάτι το θέλεις πολύ) είναι μια κατάσταση που μπορεί να υπάρξει, το βλέπουμε συνεχώς γύρω μας. Όμως δεν μπορώ να περάσω στην αντίπερα φιλοσοφική όχθη και να γίνω ένας καθαρός ιδεαλιστής. Πόσο μάλλον όταν αυτοί που μου προέταξαν το επιχείρημα αυτοπροσδιορίζονται ως σκληροί υλιστές ................. 
 Από τη στιγμή που ξεκίνησε η απεργία στο ασπρόπυργο, ήταν δεδομένο πως οι υλικές διαφορές θα πήγαιναν όλο και περισσότερο υπέρ της μη έναρξης της απεργίας στο βόλο. 
Τόσο διότι οι παραγγελίες του ασπροπύργου που ακυρώνονταν, θα εκπληρώνονταν στον βόλο, όσο και γιατί η διοίκηση θα προσπαθούσε να κρατήσει μια πιο φιλική στάση στους εργαζόμενους που συνέχιζαν να εργάζονται. 
Έτσι λοιπόν σαν άλλος ρωμαίος εκατόνταρχος, η διοίκηση θα έβγαζε λουλουδάκια την ώρα που μιλούσε στον βόλο, την ίδια στιγμή που θα το έπαιζε σκληρή και θα έβγαζε σβάστιγκες στον ασπρόπυργο. ............................. 
 Όσες λοιπόν κι αν ήταν οι φαντασιακές θέσεις των εργαζομένων που τους ένωναν, από τη στιγμή που δεν κατάφεραν να πείσουν τους εργαζόμενους στο βόλο στην αρχή της απεργίας, ήταν πολύ πιο δύσκολο να το καταφέρουν στη συνέχεια, καθώς οι υλικές συνθήκες θα μεγάλωναν το υλικό χάσμα μεταξύ τους. ................................. 
 Υπάρχει και μια άλλη βολονταριστική αφήγηση όπου δημιουργούσε συνθήκες νίκης στη σχεδόν σίγουρη ήττα των απεργών χαλυβούργων. 
Πώς η απεργία τους θα κέρδιζε την υποστήριξη της κοινωνίας σε τέτοιο βαθμό, όπου θα ανάγκαζε την κυβέρνηση να βάλει χέρι στη διοίκηση, γνωρίζοντας πως ο καπιταλισμός στην ελλάδα είναι τόσο κρατικοδίαιτος που δύσκολα η διοίκηση θα μπορούσε να το παίξει σκληρή με το κράτος να ζητάει μια λύση (ειδικά όταν θα μπορούσε να πείσει το κράτος να χρηματοδοτήσει αυτή τη λύση). 
Και είναι βολονταριστική διότι δεν έχουμε τέτοια δείγματα αλληλεγγύης στην ελληνική κοινωνία. Από τη μία διότι το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων έχει να δει εργοστάσιο από την εποχή που πήγε με το σχολείο επίσκεψη στην tasty και άρα δεν είναι τόσο εύκολο να ταυτιστεί μαζί τους. 
Από την άλλη ο κατακερματισμός της ίδιας της κοινωνίας απέναντι σε τέτοιες απεργίες είναι μεγάλος. Οι απεργίες δεν είναι πια απαραίτητα κάτι φαντασιακά καλό. 
Και σε αυτή την κακή άποψη, έχουν συμβάλει τόσο τα μμε και η κυρίαρχη νεο-φιλελεύθερη φαντασίωση που καραμελιάζουν συνεχώς, όσο και αρκετές απεργίες σε διάφορες μεγάλες επιχειρήσεις του δημοσίου και όχι μόνο, όπου προσέβλεπαν σχεδόν αποκλειστικά σε οφέλη προς τους εργαζόμενους και όχι προς το σύνολο της κοινωνίας. 
Πολλές φορές μάλιστα λειτουργούσαν ανταγωνιστικά προς την κοινωνία, όπως η γνωστή ιστορία με τον οτε όταν μετοχοποιήθηκε, όπου οι παλιοί εργαζόμενοι φρόντισα να εξασφαλίσουν θηριώδη εφάπαξ που πληρώσαμε όλοι οι υπόλοιποι ως υψηλότερες τιμές στις κλήσεις ( υψηλές τιμές που φυσικά βόλευαν και τους φρέσκους ανταγωνιστές του οτε να παίρνουν κεφάλαιο από τον γνωστό μαλάκα). Υπάρχουν δεκάδες τέτοια παραδείγματα κακού συνδικαλισμού, είτε αφορούν την αδεδυ που ποτέ δεν συνέδεσε τις τύχες της με την κοινωνία αλλά με το πολιτικό προσωπικό με το οποιο συνδιαλεγόταν, είτε αφορούν πιο μικρούς κλάδους τύπου γιατρών, τεετζηδων, φαρμακοποιών και λοιπών ευγενών κατηγοριών. 
Δεν έχει νόημα να τα αναφέρουμε όλα εδώ, στην ουσία πρόκειται για όλο το πασοκικό σύστημα του κατακερματισμένου κοινωνικού συμβολαίου που ζούμε τόσες δεκαετίες. ................................... 
 Νομίζω όμως καταλαβαίνετε πολύ καλά τι εννοώ πως η έννοια της απεργίας δεν έχει σε όλη την κοινωνία τα θετικά αντανακλαστικά που οι οπαδοί της λύσης “απομηχανής θεός” προτείνουν. 
Το γιατί συνέχιζαν να πιστεύουν σ’ ένα θαύμα είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. 
Οι πιο αθώοι το πίστευαν γιατί ήθελαν μια νίκη τη στιγμή που όλα τασκιαζε η φοβέρα. 
Οι λιγότερο αθώοι τύπου κκε, το ήθελαν διότι αυτό ικανοποιούσε τη γκρουπούσκουλη φαντασίωσή τους περί αγώνων, και ταυτόχρονα θα αποτελούσε άλλοθι για την μακάρια αδράνειά τους στο επίπεδο της πολιτικής τους στρατηγικής. Τα δεκεμβριάκια ήταν προβοκάτορες, οι αγανακτισμένοι είναι πρόβατα που θα πρέπει να μαντρώσουμε, αλλά μη μας κατηγορείτε πως δεν κάνουμε τίποτα. 
Εμείς κάναμε τον αγώνα στη χαλυβουργία και τους ναυτεργάτες. 
Οπότε κερδίζουμε το προσκοπικό σηματάκι, κι ας κλάψουμε μετά για τους μάρτυρες που θα τον πιούνε.
 Όκ ξέρω ότι είμαι πικρόχολος με το κκε, αλλά ποτέ δεν έδειξε να μετανιώνει για τον στρατηγικά ηλίθιο κυνισμό του, τον οποίο υπερασπίζεται από τον ισπανικό εμφύλιο μέχρι σήμερα. 
Και με τους αμοραλιστές η δική μου φαντασιακή αριστερά δεν θέλει να έχει καμία σχέση, πόσο μάλλον με τους ηλίθιους του είδους. ................................... 
Η μεγάλη ήττα 
 Ελπίζω να έχουμε καταλάβει πως η απεργία στη χαλυβουργία ήταν μια πολύ μεγάλη ήττα. 
Η απεργία ξεκίνησε διότι η εργοδοσία ήθελε να μειώσει τις ώρες εργασίας και το εργατικό κόστος, η εργοδοσία διπλασίασε το στοίχημα απολύοντας ακόμα περισσότερους και τώρα η απεργία τέλειωσε με την εργοδοσία να έχει κερδίσει περισσότερα απ’ όσα ζητούσε πριν η απεργία ξεκινήσει. 
Ταυτόχρονα η διοίκηση ικανοποίησε και το φαντασιακό κομμάτι της (το οποίο συχνά αρνούμαστε στους κακούς), σπάζοντας με τσαμπουκά μια απεργία των μισητών εργαζομένων που θέλουν να μας πάρουν τα κέρδη. 
Είμαι σίγουρος πως αυτή τη στιγμή ο μάνεσης στο εκάλη τένις κλαμπ θα δέχεται συγχαρητήρια και φθονερά βλέμματα ζήλιας από τους υπόλοιπους. 
 Αν θα έπρεπε να φτιάξουμε μια περιγραφή μεγάλης ήττας στις απεργίες, η χαλυβουργία λαμβάνει μέρος με πολύ καλές πιθανότητες. .................... 
Έτσι όπως μας τα λες ρε τέκι, οι απεργοί θα έπρεπε να κάνουν μοκοκίτο που ο σκατιάρης μάνεσης ήθελε να τους ρουφήξει το αίμα. 
Προσωπικά είμαι της σουτντζού-δικης λογικής που λέει ότι αν είναι να χάσω μια μάχη, προτιμώ να μην τη δώσω. 
Αλλά εγώ είμαι μια κότα. Οπότε αν έρχονταν οι εργαζόμενοι της χαλυβουργίας τον γενάρη και με ρώταγαν, θα τους ξεδίπλωνα τον τραχανά αλλά θα σεβόμουν την άποψή τους -διότι στο κάτω κάτω της γραφής- ο δικός τους κώλος παιζόταν. 
Κι αυτή η προβληματικότητα του εργαλείου που λέγεται απεργία και οι μικρές στρατηγικές δυνατότητες επιτυχίας της, είναι που με κάνουν να το βλέπω χωρίς ιδιαίτερη ζέση. ....
Παράδειγμα 2ο: Οι ισπανοί μινέρος και οι βρετανοί συναδελφοί τους από το παρελθόν. 
 Πρόκειται για άλλο ένα παράδειγμα απεργίας με τεράστιο στρατηγικό μειονέκτημα. 
Η εξόρυξη άνθρακα, λόγω της μείωσης της χρήσης άνθρακα στην ευρώπη, είναι μια δραστηριότητα που πρέπει να επιδοτείται για να μπορεί να συντηρεί ένα λογικό δυτικό επίπεδο διαβίωσης των ανθρακωρύχων.
 Γιαυτό και η θάτσερ επέλεξε αυτόν τον τομέα για να επιτεθεί. 
Διότι ήξερε πως είχε το στρατηγικό πλεονέκτημα και θα μπορούσε να κρατήσει την αναπνοή της όσο ήθελε. 
Το ίδιο συμβαίνει και στην ισπανία. 
Από τη στιγμή που το κράτος σε επιδοτεί, you are her bitch nigga, για να το θέσω σε άπταιστα γκέτο αθηνέζικα. 
Κάθε μέρα που περνά κι εσύ απεργείς, εσύ δυσκολεύεις τη ζωή σου και το κράτος κερδίζει από τη διαδικασία, διότι επιδοτεί όλο και λιγότερο κάρβουνο. 
Άρα μπορεί να περιμένει με την ησυχία του μέχρι εσύ να χάσεις την ψυχραιμία σου ή μέχρι να λυγίσεις. 
Και μετά θα σε πατήσει για να μπορέσει να θριαμβολογήσει για την υπέρτατη νίκη του και να δώσει το παράδειγμα στους υπόλοιπους. 
 Στην πραγματικότητα, όπως και με τους αγρότες, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα όσο το κράτος σε επιδοτεί. 
Μπορείς να διαπραγματευτείς απειλώντας με το πολιτικό κόστος που η πράξη αυτή θα έχει, μπορείς να διαπραγματευτείς για τη σημασία που έχει να έχεις δικό σου κάρβουνο αντί να εισάγεις πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, αλλά εκεί βρίσκεσαι ήδη σε επικοινωνιακά μειονεκτική θέση, πριν ακόμα ξεκινήσει η μάχη. 
Οι ισπανοί μινέρος θα μπορούσαν να στριμώξουν το κράτος, αν μπορούσαν να συνεχίζουν να δουλεύουν και να πουλάνε μόνοι τους την παραγωγή σε κάποιο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος σε τιμή που θα μπορούσε το εργοστάσιο να λειτουργήσει χωρίς χασούρα. 
Αυτό είναι πρακτικά αδύνατο με τα επιδοτούμενα προϊόντα και γιαυτό η επιδότηση -είτε ενός προϊόντος, είτε της ανεργίας όπως λέγαμε στο προηγούμενο επεισόδιο- είναι από τη φύση της μία παραδοχή ανισότητας και πατρωνίας. Εσύ αποδέχεσαι πως είσαι λιγότερο ελεύθερος, κι εγώ θα σε κρατήσω χορτάτο. 
 Το απεργιακό εργαλείο 
 Η αλήθεια είναι πως δεν συμπαθώ πολύ τις απεργίες. 
Ίσως αν ζούσα στην κίνα να τις συμπαθούσα περισσότερο (αν δεν ήμουν σε καμιά φυλακή επειδή τις συμπαθούσα). 
Επειδή όμως ζω στη δύση, έναν βασικό εργαλειακό λόγο προσπάθησα να τον εξηγήσω στο πρώτο κομμάτι. 
Ένας πιο υπόγειος λόγος, έχει να κάνει με τις αντι-ιεραρχικές μου νευρώσεις. 
Η απεργία από τον ορισμό της δέχεται πως σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν άρχοντες και αρχόμενοι και πως οι δεύτεροι απλώνουν το χεράκι ή κρατάνε την αναπνοή τους μέχρι να τους λυπηθούν. 
 Το 19ο αιώνα συνέχιζε να ήταν ένα δύσκολο εργαλείο, αλλά την εποχή εκείνη οι φτωχοί εργαζόμενοι δεν είχαν και πολλές δυνατότητες να αντιδράσουν. 
Σχεδόν σε όλη την ευρώπη δεν διέθεταν δικαίωμα ψήφου, για να μη μιλήσουμε για γνώσεις ή για υλικά αγαθά. 
Οι περισσότεροι μάλιστα είχαν δοκιμάσει τη μεγάλη ήττα της άνοιξης των λαών του 1848. 
Οι άγγλοι δεν τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι διότι ήξεραν πως μετά την επικράτηση των φιλελεύθερων το 1832, οι ρεπουμπλικάνοι (δηλαδή οι δημοκράτες) χωρίστηκαν και οι έχοντες περιούσια προτίμησαν να συμμαχήσουν με το παλιό καθεστός παρά με τους φτωχούς που τους φοβούνταν περισσότερο. 
Οι γάλλοι προς στιγμή νόμισαν πως κέρδισαν, για να τους πάρουν αμέσως τα σώβρακα με μια αντίστοιχη με την αγγλική συμμαχία που έφερε τον ναπολέοντα light στην εξουσία. 
Και οι γερμανοί, αυτοί έφαγαν χώμα και σπαθί και αποφάσισαν να εσωτερικεύσουν την ήττα και να καλυτερεύσουν την κατάστασή τους πριν ξαναδοκιμάσουν να συγκρουστούν. 
Είτε φεύγοντας για τις δημοκρατικές ΗΠΑ και το freeforall που υπήρχε ακόμα εκεί για όλους τους λευκούς, είτε μένοντας και προωθώντας τη θέση τους στο εσωτερικό παιχνίδι.
 Γιαυτό πιστεύω πως και ο μαρξούκος έβαλε ταυγά του στο καλάθι της επανάληψης της παρισινής κομούνας. 
Γιατί όλες οι άλλες προοπτικές ήταν πρακτικά αδύνατες στο δικό του προσδόκιμο.  
Όμως σήμερα οι άνθρωποι δεν βρισκόμαστε στο 19ο αιώνα. 
Έχουμε πολιτικά δικαιώματα, έχουμε τη δύναμη της ψήφου όσο κι αν κάποιοι από εμάς τη φτύνουν διότι δεν τους αρέσουν τα αποτελέσματα της κάλπης, έχουμε υλικά αγαθά και γνώσεις που δεν υπήρχαν ούτε στις φαντασιώσεις των ανθρώπων του 19ου αιώνα και προσπάθησα να δείξω στα πρώτα μέρη της τεχνικής. 
Και σίγουρα -πλην ελαχίστων φετιχιάρηδων- δεν έχουμε τη φαντασίωση της δικτατορίας του προλεταριάτου, γιατί είχαμε την εμπειρία του. 
Και παρόλαυτά, στη σύγκρουσή μας με τους εργοδότες συνεχίζουμε να συμπεριφερόμαστε σαν δουλοπάροικοι. 
Είτε κάνοντας συγκεντρώσεις και ζητώντας από τον καλό βασιλιά να παρέμβει (ο πρόεδρος φώτης είμαι σίγουρος πως λερώνει το κρεβάτι του με αυτή τη φαντασίωση του πεφωτισμένου), είτε κρατώντας την αναπνοή μας περιμένοντας πως ο βασιλιάς θα μας λυπηθεί ή θα αποφασίσει πως χωρίς υπηκόους για μερικές μέρες δεν θα μπορέσει να κυβερνήσει. ............................... 
 Οκ ρε ξερόλα τέκι, μας έχεις σπάσει τα ούμπαλα με τη γκρίνια σου, εσύ τι θα ήθελες να κάνουν οι χαλυβούργοι και οι υπόλοιποι που τον πίνουν?
 Η ειλικρινής μου απάντηση είναι πως δεν ξέρω ακριβώς. 
Σίγουρα ξέρω τι δεν πρέπει να κάνουν.
 Κι αυτό είναι ότι δεν πρέπει να νιώθουν ηττημένοι και απεργίες τύπου χαλυβουργίας σίγουρα δεν βοηθάνε στο να σου αναπτερώσουν το ηθικό, για να μη μιλήσω για το υλικό της υπόθεσης. 
Για κάποιους εργαζόμενους μπορεί να μην υπάρχει λύση στο υπάρχον πλαίσιο. 
Και δεν εννοώ σε αυτόν τον κόσμο, ή στον καπιταλισμό, αλλά σε αυτό που κάνουν τώρα. 
Μπορεί για τη χαλυβουργία να μην υπάρχει λύση αυτή τη στιγμή.
 Ο μάνεσης και ο κάθε μάνεσης έχει όλα τα χαρτιά στα χέρια του. 
Κι αυτό που έχω μάθει να κάνω όταν δεν με βολεύουν οι κανόνες του παιχνιδιού, είναι να προσπαθώ να τους αλλάζω. 
Ή να αλλάζω παιχνίδι. 
Αν το αφεντικό δια νόμου μπορεί να γαμήσει και να δείρει, τότε θα επιδιώξω να μην έχω αφεντικό. Μακάρι να είχα την κυβέρνηση και να του έστελνα τον σδοε αν δεν μοιραζόταν την υπεραξία του για να τον πείσω να την μοιραστεί με τα μέσα κρατικής πειθούς που χρησιμοποιούν και στους κοινούς θνητούς. 
Αλλά δεν το έχω και για να είμαι ειλικρινής θα ήθελα τα μέσα κρατικής πειθούς μόνο για λίγο, διότι η βασική μου προσπάθεια θα ήταν, να αλλάξω τους όρους του παιχνιδιού, έτσι ώστε η ίδια η “αγορά” να λειτουργεί υπέρ μου. 
 Διότι ξέρετε κάτι? 
Είμαι τεμπέλης και όση λιγότερη προσπάθεια βάζω, τόσο το καλύτερο. 
Γιαυτό και έλεγα πέρσι τον ιούνη πως δεν θέλω να βάλω ενοικιοστάσιο και να τρέχω να κυνηγάω τον κάθε ιδιοκτήτη. 
Θέλω να βάλω την αγορά να κάνει τον ιδιοκτήτη να παρακαλάει να νοικιάσει το σπίτι για 200ευρώ. Και σε αυτό το παιχνίδι πιστέψτε με είμαι φοβιστικά καλός και νομίζω έχω δείξει ουκ ολίγες φορές πόσο απλό είναι να αλλάξεις τις αμοιβές των παικτών, έτσι ώστε το παιχνίδι να αλλάξει υπερ σου ...................................... 
 Οπότε για εμένα η λύση βρίσκεται σ’ ένα ελαφρά αδιάφορο κράτος που θα έχει θέσει τα όρια για τη δημιουργία μεγαλύτερης ισότητας κι όχι για τη δημιουργία μεγαλύτερης ανισότητας. 
Αλλά επειδή δεν εμπιστεύομαι τις ιεραρχικές συγκεντρωτικές δομές του κράτους, θα ήθελα αυτή η αλλαγή να συμβεί ταυτόχρονα και από τα κάτω, διότι όταν ψάξετε τι ακριβώς σας χωρίζει από τους εργοδότες σας, θα δείτε πως τις περισσότερες φορές σας χωρίζουν ελάχιστα πράγματα. 
Ίσως η ηλικία (είναι στο παιχνίδι περισσότερα χρόνια από εσάς, άρα έχουν πιάσει τα γιοφύρια). 
Ίσως οι γνώσεις, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που δεν μάθατε δουλεύοντας αποδοτικά για την επιχείρηση ή που δεν μπορείτε να μάθετε ακόμα κι από το ίντερνετ. 
Ίσως το επιχειρηματικό πνεύμα γιατί δεν γουστάρουν όλοι οι άνθρωποι το ρίσκο που συνεπάγεται, αλλά αυτό έχει έρθει υπέρ μας τα τελευταία 20 χρόνια καθώς ανάγκασαν πολλούς από εμάς να γίνουμε ελεύθεροι επαγγελματίες. 
Σε όλη τη λίστα από τα προτερήματα του εργοδότη σας, θα δείτε πως η σημασία του κεφαλαίου βρίσκεται πολύ χαμηλά στη λίστα για τις περισσότερες επιχειρήσεις. 
Τι να κάνουμε που η ελλάδα δεν είναι γεμάτη χαλυβουργίες όπου χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις κεφαλαίου και όπου ο εργοδότης απέκτησε, είτε γιατί έκανε παρέα με τους σωστούς πολιτικούς, είτε γιατί ο μπαμπάς του ήταν μεγαλομαυραγορίτης στην κατοχή, είτε γιατί η μαμά του παντρεύτηκε τον μεγαλομαυραγορίτη. 
Μπορεί λοιπόν το μειονέκτημα των χαλυβούργων (που δεν μπορούν να χέσουν τον μάνεση και να του φάνε τη δουλειά), να είναι πλεονέκτημα εμάς των υπολοίπων που μπορεί και να μπορούμε να το κάνουμε. ..................................... 
Και τότε ρε τέκι, τι θα κάνουμε, θα φτιάξουμε τα νέα τζάκια του πασόκ? 
Όχι γιατί υπάρχουν τρόποι να το κάνουμε αποδομώντας τη δομή και της σχέσης της παραδοσιακής επιχείρησης που έλκει την καταγωγή της, τόσο από την στρατιωτική ιεραρχία, όσο και από τη ρωμαϊκό αρχέτυπο της πατρωνικής οικογένειας με τον πατερ φαμίλια και τους πελάτες του. 
 Δεν είναι τρελό άλλωστε το να ονομάζουμε απιστία το να κλέβεις λεφτά από την επιχείρηση λες και πηδήχτηκες με τον γκόμενο του συνέταιρου? 
 Προσωπικά μιλώντας δεν θέλω άλλες ηρωικές ήττες.
 Δεν θέλω τη μεγάλη μάχη του καλού και του κακού ακόμα κι αν μπορούσα να την κερδίσω, πόσο μάλλον όταν βλέπω πως θα χάσω. 
Θέλω το παλιό σύστημα να βρει τον θάνατο των δεκάδων χιλιάδων μικρών αμυχών, έτσι ώστε κανείς όσο ζω να μη μπει στον πειρασμό να το ξαναχτίσει από την αρχή επειδή θα πιστέψει πως It will be different this tim